Να πάω στο «χιλιάρι»;

Δεν είναι ακριβώς ανάγκη. Είναι περισσότερο μια απορία που με τον καιρό γίνεται επιθυμία. Βλέπεις το μεγαλύτερο μοντέλο, το ακούς, το οδηγείς ίσως για λίγο σε κάποια αντιπροσωπεία ή από ένα φίλο και ξαφνικά τα κυβικά της δικής σου μοτοσυκλέτας αρχίζουν να μοιάζουν λίγο λιγότερα από ό,τι έμοιαζαν την προηγούμενη εβδομάδα.
Το μεσαίο κάνει περισσότερα απ' όσα νομίζεις.
Και μετά ανοίγεις το γκάζι από το «χιλιάρι».
Το πρόβλημα αρχίζει στην πόλη.
Τελικά, να πάω;
Το μεσαίο κάνει περισσότερα απ' όσα νομίζεις
Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή σχεδόν κάθε μοτοσυκλετιστή που κοιτάζει τη μοτοσυκλέτα του και σκέφτεται ότι ίσως ήρθε η ώρα για κάτι μεγαλύτερο. Δεν έχει απαραίτητα κάποιο συγκεκριμένο παράπονο. Η μοτοσυκλέτα του κάνει τη δουλειά της, τον πηγαίνει παντού, «καίει» λογικά, χωράει στην πόλη και πιθανότατα έχει περισσότερες δυνατότητες από όσες έχει καταφέρει να αξιοποιήσει. Κι όμως, κάπου εκεί εμφανίζεται η σκέψη.
Δεν είναι ακριβώς ανάγκη. Είναι περισσότερο μια απορία που με τον καιρό γίνεται επιθυμία. Βλέπεις το μεγαλύτερο μοντέλο, το ακούς, το οδηγείς ίσως για λίγο σε κάποια αντιπροσωπεία ή από ένα φίλο και ξαφνικά τα κυβικά της δικής σου μοτοσυκλέτας αρχίζουν να μοιάζουν λίγο λιγότερα από ό,τι έμοιαζαν την προηγούμενη εβδομάδα.
Και κάπου εκεί ξεκινάει το κλασικό μπέρδεμα. Γιατί το «χιλιάρι» σχεδόν πάντα σου δίνει περισσότερα. Περισσότερη δύναμη, περισσότερη ροπή, περισσότερες δυνατότητες, περισσότερη άνεση όταν ανοίξει ο δρόμος. Αλλά συνήθως ζητάει και περισσότερα. Σε κατανάλωση, σε βάρος, σε κόστος χρήσης και πολλές φορές σε υπομονή όταν η διαδρομή σου δεν είναι μια άδεια επαρχιακή.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν το χιλιάρι είναι καλύτερο. Προφανώς μπορεί να είναι καλύτερο σε αρκετά πράγματα. Το ερώτημα είναι αν χρειάζεσαι αυτά τα «περισσότερα».
Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τις μεσαίες μοτοσυκλέτες είναι ότι όσο περισσότερο τις χρησιμοποιείς, τόσο πιο δύσκολο είναι να βρεις πραγματικό λόγο για να τις αλλάξεις.
Στην πόλη είναι συνήθως πιο εύκολες. Ελαφρύτερες, πιο μαζεμένες και με κινητήρες που δεν χρειάζεται να τους ζητήσεις πολλά για να κινηθείς σβέλτα. Μπορείς να ανοίξεις το γκάζι λίγο πιο «απερίσκεπτα». Μπορείς να κινηθείς με χαμηλές ταχύτητες χωρίς να νιώθεις ότι ο κινητήρας βαριέται που βρίσκεται εκεί. Μπορείς να παρκάρεις, να κάνεις αναστροφή, να χωθείς σε ένα στενό και γενικά να ζήσεις μαζί της χωρίς να χρειάζεται κάθε μετακίνηση να είναι ολόκληρη διαδικασία. Μετά τίθεται το θέμα της κατανάλωσης. Δεν είναι ότι ένα μεσαίο κυβισμού μοτέρ θα σε κάνει πλούσιο. Απλώς συνήθως δεν θα σε κάνει να κοιτάς τις μπάρες της στάθμης βενζίνης κάθε φορά που ανοίγεις λίγο περισσότερο το γκάζι. Και σε μια εποχή που η μοτοσυκλέτα χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ως καθημερινό μέσο μετακίνησης, αυτό δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα.
Το ίδιο ισχύει και για τη χρηστικότητα. Μια σωστά σχεδιασμένη μεσαία μοτοσυκλέτα μπορεί να κάνει ταξίδι, να πάει βουνό, να κινηθεί στην πόλη, να βγει σε επαρχιακό δρόμο και να διασκεδάσει τον αναβάτη της. Μπορεί να μην κάνει όλα αυτά με τον ίδιο τρόπο που τα κάνει ένα μεγαλύτερο μοντέλο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τα κάνει. Και ίσως αυτό είναι το δυνατό της σημείο. Δεν χρειάζεται να είναι εξαιρετική σε ένα πράγμα. Αρκεί να είναι αρκετά καλή σε όλα.
Και μετά ανοίγεις το γκάζι από το «χιλιάρι»
Από την άλλη υπάρχει το χιλιάρι. Και εδώ τα πράγματα γίνονται λίγο πιο δύσκολα να τα εξηγήσεις με λογικά επιχειρήματα.
Γιατί κάποια στιγμή θα ανοίξεις το γκάζι και θα καταλάβεις ότι υπάρχει διαφορά. Όχι απαραίτητα επειδή πηγαίνεις με μεγαλύτερη τελική, ούτε επειδή χρειάζεσαι όλη αυτή τη δύναμη. Αλλά επειδή η μοτοσυκλέτα έχει έναν τρόπο να επιταχύνει που κάνει το μεσαίο να μοιάζει ξαφνικά πιο ήρεμο. Η ροπή είναι εκεί. Δεν χρειάζεται να περιμένεις τόσο. Δεν χρειάζεται να κατεβάσεις τόσες σχέσεις. Δεν χρειάζεται να ψάχνεις πάντα το σωστό σημείο του κινητήρα. Ανοίγεις και φεύγεις. Σε μια προσπέραση, σε μια ανηφόρα, με δεύτερο άτομο, με βαλίτσες ή σε έναν ανοιχτό δρόμο, η επιπλέον δύναμη έχει πραγματική χρησιμότητα. Και ειδικά στις adventure και touring μοτοσυκλέτες, τα περισσότερα κυβικά μπορούν να μεταφραστούν σε μεγαλύτερη άνεση όταν η μοτοσυκλέτα είναι φορτωμένη και ταξιδεύει για ώρες. Αντίστοιχα, στις supersport και naked μοτοσυκλέτες, η άμεση επιτάχυνση έχει περισσότερη σημασία από την τελική ταχύτητα, εφόσον μιλάμε για χρήση στο δρόμο.
Αλλά δεν είναι μόνο η απόδοση. Το χιλιάρι έχει και αυτό το άτιμο πράγμα που λέγεται «γουστάρω». Μπορεί να μην το χρειάζεσαι. Μπορεί να μην αξιοποιείς ποτέ ολόκληρη τη δύναμή του. Μπορεί να ξέρεις πολύ καλά ότι για τις καθημερινές σου μετακινήσεις ένα μεσαίο μοτέρ είναι υπεραρκετό. Παρ' όλα αυτά, υπάρχει μια ικανοποίηση όταν ξέρεις ότι κάτω από το δεξί σου χέρι υπάρχει πολύ περισσότερη δύναμη από αυτή που θα χρειαστείς. Και η μοτοσυκλέτα, τουλάχιστον σε αυτές τις κατηγορίες, δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά υπόθεση λογικής.
Το πρόβλημα αρχίζει στην πόλη
Εκεί που το χιλιάρι αρχίζει να σου θυμίζει ότι κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις είναι όταν επιστρέφεις στην καθημερινότητα. Γιατί άλλο να οδηγείς ένα μεγάλο adventure ή μία sport μοτοσυκλέτα σε έναν ανοιχτό δρόμο και άλλο να το κάνεις να κινηθεί ανάμεσα σε αυτοκίνητα, λεωφορεία και φανάρια στις οκτώ το πρωί.
Το περισσότερο βάρος γίνεται αντιληπτό. Η θερμότητα του κινητήρα μπορεί να γίνει αντιληπτή. Και εκεί που με ένα μεσαίο θα έκανες απλώς μια μανούβρα, με το μεγαλύτερο μπορεί να χρειαστεί να σκεφτείς λίγο περισσότερο πού θα πατήσεις και πώς θα κινηθείς.
Το ίδιο ισχύει και για τον κινητήρα. Ένα μεγάλο μοτέρ μπορεί να είναι βελούδινο και πολιτισμένο, αλλά όταν έχεις πολλά κυβικά και πολύ περισσότερη ροπή από όση χρειάζεσαι για να κινηθείς με 40 χιλιόμετρα την ώρα, είναι λογικό να μην αισθάνεται πάντα τόσο «χαλαρό» όσο ένα μικρότερο. Δεν είναι απαραίτητα πρόβλημα. Είναι απλώς χαρακτηριστικό. Και φυσικά υπάρχει και η κατανάλωση. Μπορεί οι σύγχρονοι κινητήρες να έχουν κάνει τεράστια βήματα, αλλά η φυσική εξακολουθεί να υπάρχει. Περισσότερος κυβισμός, περισσότερη απόδοση και μεγαλύτερη μοτοσυκλέτα συνήθως σημαίνουν ότι κάποια στιγμή θα πληρώσεις το αντίστοιχο τίμημα στην αντλία.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που συχνά ξεχνάμε όταν λέμε «να πάω στο χιλιάρι;». Δεν αγοράζεις μόνο κινητήρα. Στα μεγαλύτερα μοντέλα συνήθως ανεβαίνει ολόκληρο το πακέτο. Πιο πλούσιος εξοπλισμός και γενικά μια αίσθηση ότι η μοτοσυκλέτα είναι φτιαγμένη για να κάνει περισσότερα.
Στις supersport, για παράδειγμα, η διαφορά δεν είναι απλώς «600 ή 1000 κυβικά». Είναι ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται η δύναμη, η συμπεριφορά του πλαισίου, η λειτουργία του κινητήρα και ολόκληρη η φιλοσοφία της μοτοσυκλέτας. Το ίδιο συμβαίνει και στα naked. Ένα μεγάλο naked δεν είναι απλώς ένα μεσαίο naked με περισσότερο γκάζι. Συχνά είναι διαφορετική μοτοσυκλέτα, με διαφορετικό χαρακτήρα, διαφορετικό βάρος και διαφορετικό τρόπο να σε κάνει να χαμογελάς.
Αρα το ερώτημα δεν είναι πάντα «πόσα κυβικά θέλω;» αλλά και «τι μοτοσυκλέτα θέλω να έχω;».
Τελικά, να πάω;
Αν η καθημερινότητά σου είναι κυρίως πόλη, μικρές διαδρομές και περιστασιακά ταξίδια, ένα καλό μεσαίο μπορεί να είναι σχεδόν ιδανικό. Θα είναι πιο εύκολο, πιο οικονομικό και πιθανότατα θα σε εξυπηρετεί σε πολύ περισσότερες περιπτώσεις απ' όσες αρχικά νόμιζες.
Και υπάρχει φυσικά και η άλλη κατηγορία, αυτή που απλώς θέλει το χιλιάρι.
Χωρίς Excel, χωρίς υπολογισμούς κόστους ανά χιλιόμετρο και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια να βρει λογικό επιχείρημα. Θέλει τη δύναμη, τον ήχο, την αίσθηση, το μεγαλύτερο «μηχάνημα». Και αυτό είναι απολύτως θεμιτό. Η μοτοσυκλέτα δεν είναι πλυντήριο ρούχων για να πρέπει να δικαιολογήσεις την αγορά αποκλειστικά με βάση την αποδοτικότητα. Το μόνο που αξίζει να αναρωτηθείς είναι αν θέλεις το χιλιάρι επειδή πραγματικά θα σου προσφέρει κάτι που λείπει από την καθημερινότητά σου ή επειδή απλώς σου αρέσει η ιδέα του.

