LIVE: κίνηση στους δρόμους
Εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι - Συνεργάτες MotoΤρίτη

Delivery: Ηλεκτρικό ή βενζινοκίνητο;

(26/02/2026)
Delivery: Ηλεκτρικό ή βενζινοκίνητο;

Το ηλεκτρικό είναι πιο φθηνό σε «καύσιμο».
Η ηλεκτροκίνηση έχει σχεδόν μηδενική συντήρηση.
Με το βενζινοκίνητο δουλεύεις όσο θέλεις χωρίς το άγχος της αυτονομίας.
Το θερμικό μοτέρ παράγει θόρυβο ενώ το ηλεκτρικό είναι αθόρυβο.

mototriti Team

Το ηλεκτρικό είναι πιο φθηνό σε «καύσιμο»

Η ηλεκτροκίνηση ξεκινά το παιχνίδι με ένα ξεκάθαρο πλεονέκτημα: το κόστος «καυσίμου» είναι δραστικά χαμηλότερο σε σχέση με ένα αντίστοιχο ενός scooter με κινητήρα εσωτερικής καύσης, κάτι που στην απαιτητική καθημερινότητα του ντελίβερι μεταφράζεται άμεσα σε πραγματικά χρήματα στην τσέπη. Κάνοντας τα μαθηματικά με ρεαλιστικές παραδοχές, ένα σύγχρονο e-scooter με κατανάλωση περίπου 6 kWh ανά 100 χιλιόμετρα και τιμή ρεύματος 0,16 €/kWh χρειάζεται μόλις 0,96 ευρώ για να τα διανύσει. Σε μηνιαία βάση, για 2.500 χιλιόμετρα —ένα απολύτως συνηθισμένο νούμερο για επαγγελματική χρήση— το κόστος φόρτισης δεν ξεπερνά τα 24 ευρώ, ενώ σε ετήσιο κύκλο 25.000 χιλιομέτρων φτάνει τα 240 ευρώ. Στον αντίποδα, ένα τυπικό σκούτερ 125 cc με κατανάλωση γύρω στα 2,8 λίτρα/100km και μέση τιμή βενζίνης 1,70 €/λίτρο απαιτεί περίπου 4,76 ευρώ για κάθε 100 χιλιόμετρα, δηλαδή σχεδόν πέντε φορές περισσότερα. Αυτό σημαίνει 119 ευρώ τον μήνα και 1.190 ευρώ τον χρόνο μόνο για καύσιμα. Η διαφορά είναι ξεκάθαρη: το ηλεκτρικό εξοικονομεί περίπου 3,8 ευρώ ανά 100 χιλιόμετρα, 95 ευρώ τον μήνα και 950 ευρώ τον χρόνο. Και όλα αυτά με τη σύγκριση να γίνεται απέναντι σε 125άρι· αν συνυπολογίσει κανείς ότι πολλοί επαγγελματίες κινούνται καθημερινά με 200άρια για να καλύπτουν μεγαλύτερες αποστάσεις αν δουλεύουν ως ανεξάρτητοι σε πλατφόρμες, το οικονομικό όφελος της ηλεκτροκίνησης διογκώνεται ακόμη περισσότερο.
 

Η ηλεκτροκίνηση έχει σχεδόν μηδενική συντήρηση.

Στο κομμάτι της συντήρησης, η ηλεκτροκίνηση αποδεικνύεται σχεδόν… ανιαρά απλή και αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο της πλεονέκτημα. Ένα ηλεκτρικό scooter δεν απαιτεί τις τακτικές και  πιο κοστοβόρες εργασίες που θεωρούμε δεδομένες στα θερμικά: δεν υπάρχουν αλλαγές λαδιών και φίλτρων, δεν υπάρχουν μπουζί, ιμάντες ή αλυσίδες μετάδοσης σε πολλά μοντέλα, ούτε πολύπλοκα συστήματα τροφοδοσίας και καυσαερίων που χρειάζονται έλεγχο ή αντικατάσταση. Στην πράξη, τα μοναδικά αναλώσιμα που παραμένουν είναι τα απολύτως βασικά, όπως ελαστικά, τακάκια και υγρά φρένων, ενώ χάρη στην ανάκτηση ενέργειας κατά την επιβράδυνση, η φθορά των φρένων είναι συχνά μικρότερη σε σχέση με ένα συμβατικό scooter. Ο ηλεκτροκινητήρας, με ελάχιστα κινούμενα μέρη, μειώνει τις πιθανότητες βλάβης και απρογραμμάτιστου συνεργείου, κάτι που έχει τεράστια σημασία για επαγγελματική χρήση και ειδικά για το ντελίβερι, όπου κάθε ώρα ακινησίας ισοδυναμεί με χαμένο εισόδημα. Σε ετήσια βάση, το κόστος service ενός ηλεκτρικού scooter τείνει να είναι μικρό, ιδιαίτερα αν το συγκρίνουμε με τα συχνά service ενός θερμικού που δουλεύει καθημερινά μέσα στην πόλη. Με απλά λόγια, η ηλεκτροκίνηση δεν εξοικονομεί μόνο χρήματα στο «καύσιμο», αλλά σου γλιτώνει και χρόνο, άγχος και απρόβλεπτα έξοδα, κάνοντας τη συνολική εικόνα συντήρησης πιο οικονομική.
 

Με το βενζινοκίνητο δουλεύεις όσο θέλεις χωρίς το άγχος της αυτονομίας.

Το ηλεκτρικό, όπως είδαμε, σου δίνει φθηνό καύσιμο και χαμηλή συντήρηση αλλά τι γίνεται με την αυτονομία; Ένα μέσο e-scooter, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ντελίβερι με παρόμοιες επιδόσεις με ένα  125άρι scooter, δίνει αυτονομία από 100 μέχρι 200 χιλιόμετρα μέχρι την επόμενη φόρτιση. Αναφερόμαστε σε αυτές τις αυτονομίες καθώς πρέπει το κόστος απόκτησης του e-scooter να παραμένει σε συγκρίσιμα πλαίσια με το κόστος απόκτησης του θερμικού, για να έχει μία λογική η σύγκριση. Έτσι, λοιπόν, ενώ ο μέσος όρος αυτονομίας των 150 χιλιομέτρων του e-scooter είναι ικανοποιητική για ημερήσια χρήση ντελίβερι, είναι πιθανό να μην είναι αρκετή για κάποιους που δουλεύουν πολλές ώρες ή εξυπηρετούν μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των διανομών. Εν αντιθέσει, ο βενζινοκινητήρας μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανεφοδιαστεί με καύσιμο στα βενζινάδικα που -ευτυχώς- είναι πολλά. Με αυτό τον τρόπο, ένα θερμικό μοτέρ δεν περιορίζεται από την μπαταρία και τα χιλιόμετρα που του «απομένουν» για τη μέρα, και ο επαγγελματίας μπορεί να ρυθμίσει το πόσες ώρες θα δουλέψει με βάση άλλους παράγοντες.
 

Το θερμικό μοτέρ παράγει θόρυβο ενώ το ηλεκτρικό είναι αθόρυβο.

Ο θόρυβος είναι ένα σημείο όπου η διαφορά ανάμεσα σε θερμικό και ηλεκτρικό είναι άμεσα αντιληπτή, ακόμα και χωρίς να κοιτάξει κανείς τεχνικά χαρακτηριστικά. Το θερμικό μοτέρ παράγει συνεχώς μηχανικό θόρυβο από καύση, εξάτμιση και κινούμενα μέρη, κάτι που μέσα στην πόλη μεταφράζεται σε μόνιμο βουητό, κραδασμούς και κόπωση για τον αναβάτη — ειδικά μετά από πολλές ώρες συνεχούς οδήγησης, όπως στο ντελίβερι. Αντίθετα, το ηλεκτρικό scooter λειτουργεί σχεδόν αθόρυβα, με τον ήχο να περιορίζεται κυρίως στην κύλιση των ελαστικών και στον αέρα. Αυτό δεν βελτιώνει μόνο την ποιότητα ζωής του αναβάτη, μειώνοντας την κούραση, αλλά κάνει και την κίνηση μέσα σε πυκνοκατοικημένες περιοχές πιο «φιλική» προς το περιβάλλον και τους κατοίκους. Για επαγγελματική χρήση, η αθόρυβη λειτουργία αποκτά και πρακτική αξία: λιγότερη ηχορύπανση σε παραδόσεις αργά το βράδυ ή νωρίς το πρωί και μια συνολικά πιο διακριτική παρουσία στον αστικό ιστό. Ένα πλεονέκτημα που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε νούμερα, αλλά γίνεται αισθητό κάθε μέρα. Ο θόρυβος, βέβαια, δεν είναι μόνο μειονέκτημα και αξίζει να το δούμε και από την άλλη πλευρά. Ένα θερμικό scooter γίνεται πιο εύκολα αντιληπτό από τους γύρω, ιδιαίτερα από τα αυτοκίνητα μέσα στην κίνηση, κάτι που για αρκετούς αναβάτες λειτουργεί ως μια επιπλέον —έστω και άτυπη— αίσθηση ασφάλειας. Ο ήχος του κινητήρα μπορεί να «προειδοποιεί» την παρουσία του δικύκλου σε περιβάλλοντα με περιορισμένη ορατότητα ή έντονη κυκλοφορία. Από την άλλη, η σχεδόν αθόρυβη λειτουργία του ηλεκτρικού απαιτεί λίγο μεγαλύτερη εγρήγορση από τον αναβάτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι λιγότερο ασφαλές από τη φύση του. Πρόκειται περισσότερο για διαφορετική φιλοσοφία χρήσης και εξοικείωσης: το θερμικό ακούγεται περισσότερο, το ηλεκτρικό κινείται πιο διακριτικά. Η ουσία είναι πως και στις δύο περιπτώσεις, η ασφάλεια εξαρτάται κυρίως από τη σωστή οδηγική συμπεριφορά, την ορατότητα και την προσοχή όλων στο δρόμο — με τον θόρυβο να παίζει απλώς έναν δευτερεύοντα ρόλο στο συνολικό παζλ.
 

Έρευνα & επιμέλεια άρθρου: Δημήτρης Ρενιέρης