Τριτοκοσμικό οδικό δίκτυο αλλά μεγαλύτερα πρόστιμα;

Κατά πόσο μπορεί να επιδιώκεται αυστηρά η οδική πειθαρχία, όταν οι ίδιες οι υποδομές δεν υποστηρίζουν ένα ασφαλές περιβάλλον μετακίνησης;
Πληρώνουμε αναλογικά τα υψηλότερα τέλη για να έχουμε τους χειρότερους δρόμους.
Με τον νέο ΚΟΚ σου ζητάνε να είσαι Ευρωπαίος οδηγός με τριτοκοσμικές παροχές.
Στην Ελλάδα η πρόσφυση είναι πολυτέλεια.
Δρόμοι «καρμανιόλες» και πινακίδες STOP που δεν φαίνονται!
Πληρώνουμε αναλογικά τα υψηλότερα τέλη για να έχουμε τους χειρότερους δρόμους
Τα τέλη κυκλοφορίας αποτελούν μια σταθερή οικονομική υποχρέωση για κάθε ιδιοκτήτη οχήματος. Η βασική τους λογική είναι σαφής: συμβάλλουν στη συντήρηση και βελτίωση του οδικού δικτύου, όπως και τα διόδια. Παρόλα αυτά, στην Ελλάδα πληρώνουμε τα υψηλότερα τέλη κυκλοφορίας αναλογικά με το βιοτικό επίπεδο, ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία, η Τσεχία, η Λιθουανία, η Πολωνία και η Σλοβακία δεν πληρώνουν καθόλου. Δεν λέμε να μην πληρώνουμε, αλλά τουλάχιστον να τηρούνται βασικοί κανόνες ασφαλείας στο οδικό δίκτυο.
Ωστόσο, η καθημερινή εμπειρία πολλών οδηγών δημιουργεί εύλογες απορίες για το πώς μεταφράζεται αυτή η συνεισφορά στην πράξη. Όταν το οδικό δίκτυο παρουσιάζει εκτεταμένες φθορές, ελλείψεις και κινδύνους, η σχέση μεταξύ κόστους και παρεχόμενης ποιότητας φαίνεται αστεία.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και θέμα εμπιστοσύνης. Όταν ο χρήστης του δρόμου δεν αισθάνεται ότι απολαμβάνει ένα βασικό επίπεδο ασφάλειας, τότε η υποχρέωση πληρωμής παύει να γίνεται αντιληπτή ως ανταποδοτική.
Η συζήτηση, τελικά, δεν αφορά μόνο την ποιότητα των δρόμων. Αφορά τη συνολική φιλοσοφία γύρω από τη μετακίνηση: αν οι υποδομές αντιμετωπίζονται ως βασικό δικαίωμα του πολίτη ή ως μια υπηρεσία που παρέχεται… υπό προϋποθέσεις.
Με τον νέο ΚΟΚ σου ζητάνε να είσαι Ευρωπαίος οδηγός με τριτοκοσμικές παροχές.
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αυστηροποίηση του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, η οποία –θεωρητικά– κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, με στόχο τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας. Η αυστηρότερη επιτήρηση και τα αυξημένα πρόστιμα στέλνουν ένα σαφές μήνυμα συμμόρφωσης προς τους χρήστες του δρόμου. Ωστόσο, δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα ισορροπίας:
Οι λακκούβες αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα της κατάστασης του οδικού δικτύου. Εμφανίζονται ξαφνικά, πολλαπλασιάζονται και –ακόμη πιο εντυπωσιακό– επανεμφανίζονται στο ίδιο σημείο, ακόμα και μετά από «επισκευές». Οι παρεμβάσεις που γίνονται συχνά έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Πρόχειρα μπαλώματα, διαφορετικά υλικά και ανομοιομορφίες στο οδόστρωμα όχι μόνο δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις το επιδεινώνουν. Το αποτέλεσμα είναι ένας δρόμος γεμάτος παγίδες, όπου ο οδηγός καλείται να προσαρμόζεται συνεχώς.
Παράλληλα, τα συνεχή έργα δημιουργούν μια εικόνα διαρκούς «βελτίωσης» που όμως δεν αποτυπώνεται στο τελικό αποτέλεσμα. Λωρίδες που αλλάζουν πορεία χωρίς προειδοποίηση, κακή σήμανση και εργοτάξια που παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα συνθέτουν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας.
Στην Ελλάδα η πρόσφυση είναι πολυτέλεια
Η ποιότητα της ασφάλτου αποτελεί βασικό παράγοντα οδικής ασφάλειας. Στην ελληνική πραγματικότητα, όμως, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου το οδόστρωμα παρουσιάζει έντονη ολισθηρότητα, ακόμη και σε συνθήκες χωρίς βροχή.
Φθαρμένες επιφάνειες, «γυαλισμένη» άσφαλτος από τη χρήση, πρόχειρες επιδιορθώσεις και κακοτεχνίες δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η πρόσφυση δεν είναι δεδομένη. Σε περίπτωση βροχής, η κατάσταση επιδεινώνεται δραματικά, μετατρέποντας πολλούς δρόμους σε πραγματικές παγίδες.
Για μια μοτοσυκλέτα, η απώλεια πρόσφυσης σημαίνει αυξημένη πιθανότητα πτώσης. Και όταν αυτό συμβαίνει σε αστικές περιοχές ή σε δρόμους με κίνηση, οι συνέπειες μπορεί να είναι σοβαρές.
Δρόμοι «καρμανιόλες» και πινακίδες STOP που δεν φαίνονται!
Η κατάσταση του οδικού δικτύου στην Ελλάδα δεν είναι άγνωστη σε κανέναν οδηγό. Ωστόσο, υπάρχει μια σιωπηρή αποδοχή που προκαλεί εντύπωση: δρόμοι με φθαρμένο οδόστρωμα, κακοτεχνίες, ελλιπή σήμανση και απουσία βασικών υποδομών αντιμετωπίζονται σχεδόν ως φυσιολογικό φαινόμενο.
Για τους οδηγούς αυτοκινήτων, αυτό μεταφράζεται σε φθορές και αυξημένο κόστος συντήρησης. Για τους αναβάτες μοτοσυκλέτας, όμως, το ίδιο πρόβλημα αποκτά άλλη διάσταση: γίνεται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα. Ένας δρόμος με κακή πρόσφυση ή ανωμαλίες μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια ελέγχου μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου.
Παρόλα αυτά, η έννοια της «επικινδυνότητας» σπάνια αντιμετωπίζεται με τη σοβαρότητα που της αναλογεί. Οι δρόμοι που χαρακτηρίζονται από τους ίδιους τους χρήστες ως «καρμανιόλες» συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται καθημερινά, χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις. Συζητάμε για λακκούβες και «λιωμένη» άσφαλτο και δεν αναφέρουμε καν πινακίδες STOP που είναι εντελώς κρυμμένες πίσω από κολώνες ή κλαδιά δέντρων.
Το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι αν υπάρχουν προβλήματα – αυτό είναι δεδομένο. Το ερώτημα είναι γιατί αυτά τα προβλήματα παραμένουν σταθερά, σχεδόν αναλλοίωτα στον χρόνο, και γιατί η ανοχή σε αυτή την κατάσταση φαίνεται να είναι μεγαλύτερη από την απαίτηση για βελτίωση.

