LIVE: κίνηση στους δρόμους
Εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι - Συνεργάτες MotoΤρίτη

Τα απίστευτα δίχρονα 500άρια: Η υπέροχη τρέλα της δεκαετίας του 80

(12/01/2026)
Τα απίστευτα δίχρονα των 80ς που ερωτεύτηκαν οι έφηβοι – Ποια είναι

Τα απίστευτα δίχρονα των 80ς που ερωτεύτηκαν οι έφηβοι – Ποια είναι

Η δεκαετία που τα GP κατέβηκαν στον δρόμο για να κάνουν χαμό.
Yamaha RD 500 LC: Η πρώτη GP replica της ιστορίας με 88 ίππους.
Suzuki RG 500 Gamma: Το πιο κοντινό πράγμα σε αγωνιστική 500 με 95 ίππους.
Honda NS 400 R: Η πιο «οδηγήσιμη» δίχρονη GP replica της εποχής.

mototriti Team

HONDA: Kαρακώστας Κλείσε τώρα Τest Ride σε όλα Best Sellers μοντέλα

HONDA: PCX125...Η καλύτερη πλευρά της πόλης!

Η δεκαετία που τα GP κατέβηκαν στον δρόμο για να κάνουν χαμό

Στις αρχές της δεκαετίας του 80, οι ιαπωνικές εταιρείες βρίσκονταν στο απόγειο της αγωνιστικής τους δόξας. Η Yamaha και η Suzuki κουβαλούσαν ακόμα τη μυρωδιά των παγκόσμιων τίτλων της προηγούμενης δεκαετίας, ενώ η Honda, μετά το αποτυχημένο πείραμα του NR500, είχε επιστρέψει θριαμβευτικά με την NS500 του Freddie Spencer. Το κλίμα ήταν ιδανικό: η τεχνολογία των Grand Prix είχε ωριμάσει, οι φίλοι των επιδόσεων διψούσαν για κάτι ακραίο και, για πρώτη φορά στην ιστορία των μοτοσυκλετών παραγωγής, γεννήθηκε η ιδέα του απόλυτου race replica.

Έτσι εμφανίστηκαν οι δίχρονες 500άρες δρόμου: μηχανές που δεν «έμοιαζαν» απλώς με GP, αλλά προσπαθούσαν όσο το δυνατόν περισσότερο να είναι GP, με φώτα, πινακίδα και καθρέφτες. Ήταν γρήγορες, απαιτητικές, συχνά παράλογες – και γιΆ αυτό ακριβώς πέρασαν στον μύθο.
 

Yamaha RD 500 LC: Η πρώτη GP replica της ιστορίας με 88 ίππους

Το 1983 η Yamaha έκανε την πρώτη κίνηση-ματ, παρουσιάζοντας την Yamaha RD 500 LC. Η αισθητική της ήταν ευθεία αντιγραφή της YZR OW-70 του Kenny Roberts, με το χαρακτηριστικό διχρωμικό φέρινγκ και το λογότυπο V4 να δεσπόζει περήφανα. Κάτω από τα πλαστικά κρυβόταν ένας δίχρονος V4 50°, με την εμπρός σειρά κυλίνδρων σχεδόν οριζόντια και την πίσω στραμμένη προς τα πάνω. Η επιλογή αυτή, σε συνδυασμό με την εισαγωγή με reed valves και το σύστημα YPVS (Yamaha Power Valve System), επέτρεψε τέσσερις συμμετρικές και ιδανικά τοποθετημένες εξατμίσεις, στοιχείο-κλειδί για την απόδοση.



Η ισχύς έφτανε τους 88 ίππους στις 9.500 σ.α.λ., αριθμός εντυπωσιακός ακόμη και με σημερινά δεδομένα, αν αναλογιστεί κανείς το βάρος και την τεχνολογία της εποχής. Η Yamaha ακολούθησε περίεργη στρατηγική στο πλαίσιο: αλουμινένιο για την Ιαπωνία, ατσάλινο για τις υπόλοιπες αγορές. Η θέση οδήγησης ήταν καθαρά αγωνιστική, με βάρος μπροστά και χαμηλό τιμόνι, όμως ο κινητήρας είχε απροσδόκητη πολιτισμένη συμπεριφορά χαμηλά. Πριν «ξυπνήσει» άγρια πάνω από τις 6.000 σ.α.λ., μπορούσε να κινηθεί ομαλά και στον δρόμο. Παρήχθη για μόλις τρία χρόνια και σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο δυσεύρετα και ακριβά ιαπωνικά classics.
 

Suzuki RG 500 Gamma: Το πιο κοντινό πράγμα σε αγωνιστική 500 με 95 ίππους

Η Suzuki περίμενε έναν χρόνο, παρακολούθησε προσεκτικά τους αντιπάλους και το 1985 απάντησε με κάτι σχεδόν τρομακτικό: την Suzuki RG 500 Gamma. Εξωτερικά μπορεί να μοιάζει με «βαριά» sport των 80s, όμως στην πραγματικότητα το φέρινγκ είναι πιστό αντίγραφο της αγωνιστικής 500 με την οποία ο Barry Sheene είχε κατακτήσει τους τίτλους του 76 και 77. Η RG 500 παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι το 1990, με μοναδικές αλλαγές τα χρώματα και, μετά το 1987, τα φλας ενσωματωμένα στο φέρινγκ.



Το πραγματικό σοκ κρυβόταν στον κινητήρα. Τέσσερις κύλινδροι σε «τετράγωνη» διάταξη, τέσσερα καρμπιρατέρ Mikuni 28 mm και εισαγωγή με τέσσερις περιστροφικούς δίσκους – λύση καθαρά αγωνιστική. Η ειδική ισχύς άγγιζε τους 190 ίππους/λίτρο, με συνολική απόδοση 95 ίππων στις 9.500 σ.α.λ., ενώ το σύστημα SAEC φρόντιζε για τη μεταβολή των θυρίδων εξαγωγής. Το αλουμινένιο πλαίσιο διπλού δοκού και οι αναρτήσεις Kayaba έδιναν αίσθηση ακρίβειας, κάνοντας τη RG 500 λιγότερο «νευρική» απΆ όσο φοβόσουν – μέχρι να ανοίξεις τέρμα το γκάζι. Σήμερα θεωρείται από πολλούς η πιο «αγνή» GP replica που βγήκε ποτέ στον δρόμο.
 

Honda NS 400 R: Η πιο «οδηγήσιμη» δίχρονη GP replica της εποχής

Η Honda επέλεξε διαφορετικό δρόμο. Η Honda NS 400 R δεν ήταν καθαρόαιμη 500, αλλά ένα μοντέλο που στόχευε περισσότερο στη χρήση δρόμου. Παρουσιάστηκε το 1984, αντιγράφοντας σε γραμμές και χρώματα την NS500 του Freddie Spencer. Ο κινητήρας ήταν ένας δίχρονος V3, με δύο οριζόντιους και έναν κατακόρυφο κύλινδρο, κυβισμού 378 κ.εκ., με επένδυση Nikasil, reed valves και τρία καρμπιρατέρ Keihin. Η ισχύς περιοριζόταν στους 72 ίππους στις 9.500 σ.α.λ., σημαντικά λιγότερους από τους ανταγωνιστές της.



Αν όμως η Yamaha και η Suzuki τρόμαζαν, η NS 400 R κέρδιζε με ισορροπία. Το αλουμινένιο πλαίσιο με τετράγωνες διατομές, το συμβατικό πιρούνι 36 mm και το πίσω Pro-Link έδιναν σταθερότητα και φιλικότητα. Ο κινητήρας είχε γεμάτη απόδοση χαμηλά και μεσαία, προσφέροντας πραγματική απόλαυση στον δρόμο χωρίς να απαιτεί μόνιμα… πίστα. ΓιΆ αυτό και σήμερα πολλοί τη θεωρούν την πιο «οδηγήσιμη» δίχρονη GP replica της εποχής.

Ένα κεφάλαιο που δεν θα ξαναγραφτεί αν και θα θέλαμε

Οι δίχρονες 500άρες της δεκαετίας του 80 ήταν προϊόν μιας μοναδικής συγκυρίας: ελευθερία κανονισμών, αγωνιστική τεχνογνωσία στο ζενίθ και κοινό που ζητούσε το ακραίο. Η Yamaha RD 500 LC, η Suzuki RG 500 Gamma και η Honda NS 400 R δεν ήταν απλώς μοτοσυκλέτες· ήταν δηλώσεις τρέλας και τεχνολογικής υπεροχής. Σήμερα, με τιμές που κυμαίνονται από 14.000 έως και πάνω από 50.000 ευρώ, δεν αγοράζονται απλώς ως κλασικά οχήματα, αλλά ως κομμάτια μιας εποχής που δεν θα επιστρέψει ποτέ. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, 40 χρόνια μετά, συνεχίζουν να μας κάνουν να αναρωτιόμαστε: ποια από τις τρεις θα διαλέγαμε, αν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω;
 

AUTOAGORA