Σήμερα μοιάζει αυτονόητο. Θέλεις να αγοράσεις ή να πουλήσεις μια μεταχειρισμένη μοτοσυκλέτα ή ένα scooter και ψάχνεις την τιμή του. Συγκρίνεις μοντέλο, χρονολογία, κατάσταση, χιλιόμετρα και κάπως σχηματίζεις εικόνα.
Πριν από 30 χρόνια, όμως, η ελληνική αγορά δικύκλου δεν λειτουργούσε έτσι.
Τότε, η τιμή ενός μεταχειρισμένου ήταν σε μεγάλο βαθμό θέμα εκτίμησης. Και πολλές φορές, θέμα… διάθεσης. Ο κάθε έμπορος μπορούσε να βγάλει ένα μοντέλο στην τιμή που πίστευε ότι «στέκει» στην αγορά. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι λειτουργούσαν κακόπιστα ή ότι ήθελαν να εκμεταλλευτούν τον πελάτη. Το πρόβλημα ήταν βαθύτερο: συχνά ούτε οι ίδιοι οι επαγγελματίες είχαν ένα αξιόπιστο σημείο αναφοράς.
Όποιος γύριζε εκείνη την εποχή τις μάντρες μπορούσε να βρει το ίδιο μοντέλο με τεράστιες αποκλίσεις στην τιμή. Μια μοτοσυκλέτα μπορούσε να έχει διαφορά 100.000, 200.000 ή ακόμη και 500.000 δραχμών από μαγαζί σε μαγαζί.
Και εδώ χρειάζεται προσοχή: δεν μιλάμε για «λίγα λεφτά» επειδή σήμερα οι δραχμές ακούγονται μακρινές. Εκείνη την εποχή, αυτά τα ποσά είχαν πραγματικό βάρος. Ήταν σαν να βρίσκεις σήμερα το ίδιο μεταχειρισμένο δίκυκλο στα νότια προάστια σχεδόν στη διπλή τιμή από ό,τι στο κέντρο.
Δεν υπήρχε κοινό μέτρο. Δεν υπήρχε επίσημη βάση σύγκρισης. Δεν υπήρχε ένας κανόνας που να λέει στην αγορά “μέχρι εδώ είναι λογικό, από εδώ και πέρα είναι υπερβολή”.
Το πρόβλημα δεν αφορούσε μόνο τους εμπόρους. Αφορούσε κυρίως τον αγοραστή.
Ο ιδιώτης που ήθελε να αγοράσει μεταχειρισμένη μοτοσυκλέτα ή scooter δεν ήξερε αν η τιμή που του ζητούσαν ήταν σωστή, ακριβή ή ευκαιρία. Δεν ήξερε αν πλήρωνε πραγματική αξία ή αν τον «έπιαναν κορόιδο». Δεν είχε τρόπο να ελέγξει αν το ποσό που άκουγε αντιστοιχούσε στην αγορά ή απλώς στην εκτίμηση του πωλητή.
Στην πράξη, η αγορά λειτουργούσε με εμπειρία, διαίσθηση και παζάρι. Όποιος ήξερε περισσότερα, είχε πλεονέκτημα. Όποιος δεν ήξερε, κινδύνευε να πληρώσει ακριβά.
Αυτό δημιουργούσε μια αγορά δύο ταχυτήτων. Από τη μία οι επαγγελματίες και οι πιο έμπειροι αγοραστές, που είχαν εικόνα από μάντρες, συνεργεία και πιάτσα. Από την άλλη, ο απλός αναβάτης που ήθελε να αγοράσει ή να πουλήσει το μηχανάκι του και δεν είχε καμία αντικειμενική βάση για να πατήσει.
Το αποτέλεσμα ήταν αβεβαιότητα. Και όταν υπάρχει αβεβαιότητα στην τιμή, χάνεται η εμπιστοσύνη στη συναλλαγή.
Το πρόβλημα έφτανε μέχρι τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις
Υπήρχε όμως και ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό πρόβλημα: οι ασφαλιστικές εταιρείες.
Σε περίπτωση ατυχήματος, πώς θα υπολογιζόταν η αξία μιας τρακαρισμένης μοτοσυκλέτας; Πόσο έπρεπε να αποζημιωθεί ο ιδιοκτήτης; Ποια ήταν η πραγματική εμπορική αξία του οχήματος πριν τη ζημιά;
Οι απαντήσεις συχνά δίνονταν εμπειρικά. Ρωτούσαν την αγορά, ζητούσαν εκτιμήσεις από εμπόρους και προσπαθούσαν να καταλήξουν σε ένα ποσό. Με ό,τι σήμαινε αυτό για την αξιοπιστία και τη δικαιοσύνη της διαδικασίας.
Χωρίς βάση τιμών, κάθε αποζημίωση ήταν διαπραγμάτευση
Όταν δεν υπάρχει κοινά αποδεκτή τιμή, η αποζημίωση γίνεται πεδίο διαπραγμάτευσης. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να θεωρεί ότι η μοτοσυκλέτα του αξίζει περισσότερο. Η ασφαλιστική μπορεί να εκτιμά χαμηλότερα την αξία της. Και ανάμεσα στις δύο πλευρές, δεν υπάρχει ένα σημείο αναφοράς που να κλείνει τη συζήτηση.
Αυτό ήταν πρόβλημα για όλους. Για τους ιδιώτες, για τις ασφαλιστικές, για τους εμπόρους, ακόμη και για τις νομικές διαδικασίες που ακολουθούσαν όταν υπήρχε διαφωνία.
Η αγορά χρειαζόταν έναν οδηγό. Όχι μια απλή γνώμη. Έναν οργανωμένο, επαναλαμβανόμενο και αξιόπιστο μηχανισμό αποτίμησης.
Το 1998 το Moto Τρίτη έβαλε κανόνες στην αγορά
Κάποια μέσα της εποχής, πριν από το Moto Τρίτη, είχαν προσπαθήσει να δώσουν μια πρώτη λύση. Δημοσίευαν ενδεικτικές τιμές για ορισμένα best seller μοντέλα, κυρίως για όσα είχαν μεγάλη ζήτηση στην αγορά.
Όμως αυτό δεν αρκούσε. Δεν υπήρχε πλήρης δομή, δεν υπήρχε συστηματική κάλυψη, δεν υπήρχε ένας ολοκληρωμένος οδηγός που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ιδιώτες, εμπόρους, ασφαλιστικές και δικαστήρια.
Αυτό το κενό ήρθε να καλύψει το Moto Τρίτη.
Το
1998, το Moto Τρίτη δημοσίευσε τις πρώτες οργανωμένες τιμές μεταχειρισμένων για μοτοσυκλέτες και scooter. Δεν ήταν απλώς ένας πίνακας με μερικά δημοφιλή μοντέλα. Ήταν η αρχή μιας συστηματικής προσπάθειας να μπει τάξη σε μια αγορά που μέχρι τότε λειτουργούσε χωρίς κοινά αποδεκτούς κανόνες.
Δεν ήταν ένας πίνακας, ήταν εργαλείο αγοράς
Η διαφορά ήταν μεγάλη. Το Moto Τρίτη δεν προσπάθησε απλώς να πει «πόσο κάνει» ένα μοντέλο. Προσπάθησε να δημιουργήσει έναν τρόπο σκέψης γύρω από την αξία του μεταχειρισμένου.
Η ομάδα του περιοδικού έπρεπε να καταγράψει μοντέλα, χρονολογίες, εμπορική ζήτηση, αξιοπιστία, προέλευση, απαξίωση και πραγματικές τιμές αγοράς. Έπρεπε να δει διαφορετικά την αξία ενός ιαπωνικού μοντέλου, ενός ευρωπαϊκού, ενός scooter πόλης, μιας μεγάλης μοτοσυκλέτας ή ενός μοντέλου με πιο ειδικό κοινό.
Δεν ήταν όλα ίδια και δεν μπορούσαν όλα να απαξιώνονται με τον ίδιο τρόπο.
¶λλη εμπορική συμπεριφορά είχε ένα best seller scooter, άλλη μια ιαπωνική μοτοσυκλέτα καθημερινής χρήσης, άλλη ένα ευρωπαϊκό μοντέλο με πιο περιορισμένο κοινό και άλλη μια μεγάλη μοτοσυκλέτα που απευθυνόταν σε πιο συγκεκριμένο αναβάτη.
Η απαξίωση έγινε κανόνας και όχι μαντεψιά
Σταδιακά διαμορφώθηκαν κανόνες. Πόση αξία χάνει ένα μοντέλο την πρώτη χρονιά. Πόση τη δεύτερη. Πώς κινείται από την τρίτη έως την πέμπτη χρονιά. Τι συμβαίνει μετά τα περισσότερα χρόνια χρήσης.
Ποια μοντέλα κρατούν καλύτερα την τιμή τους. Ποια πέφτουν πιο γρήγορα. Ποια έχουν υψηλή ζήτηση. Ποια δυσκολεύονται να πουληθούν. Ποια έχουν εμπορικότητα ανεξάρτητα από ηλικία και ποια χάνουν γρήγορα τη δυναμική τους.
Αυτή η δουλειά δημιούργησε ένα νέο σημείο αναφοράς για ολόκληρη την ελληνική αγορά.
Από εκεί που η αξία ενός μεταχειρισμένου ήταν θέμα εκτίμησης, έγινε μετρήσιμο μέγεθος.
Οι πίνακες τιμών έγιναν σημείο αναφοράς για όλους
Η αγορά το ακολούθησε γρήγορα.
Κάθε εβδομάδα, επαγγελματίες και ιδιώτες περίμεναν να κυκλοφορήσει το Moto Τρίτη για να δουν τις τιμές. Ο πωλητής ήξερε πού περίπου να τοποθετήσει το δίκυκλό του. Ο αγοραστής μπορούσε να ελέγξει αν η τιμή που του ζητούσαν είχε λογική. Ο έμπορος είχε ένα εργαλείο για να κινηθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Οι ασφαλιστικές απέκτησαν βάση για τις αποζημιώσεις. Και σταδιακά, οι τιμές του Moto Τρίτη έγιναν σημείο αναφοράς ακόμη και σε νομικές διαδικασίες.
Από την πιάτσα στο κοινά αποδεκτό σημείο αναφοράς
Αυτή ήταν η πραγματική αλλαγή. Οι τιμές μεταχειρισμένων του Moto Τρίτη δεν έμειναν μια στήλη σε ένα περιοδικό. Έγιναν γλώσσα της αγοράς.
Όταν ένας ιδιώτης ήθελε να πουλήσει, κοιτούσε το Moto Τρίτη. Όταν ένας αγοραστής ήθελε να διαπραγματευτεί, κοιτούσε το Moto Τρίτη. Όταν ένας επαγγελματίας ήθελε να τοποθετήσει σωστά ένα μεταχειρισμένο, κοιτούσε το Moto Τρίτη. Όταν έπρεπε να τεκμηριωθεί αξία, οι πίνακες αποτελούσαν βάση συζήτησης.
Το Moto Τρίτη δεν κατέγραψε απλώς την αγορά. Τη βοήθησε να ωριμάσει.
Οι αγγελίες που άλλαξαν τον τρόπο πώλησης μεταχειρισμένων
Μαζί με τους πίνακες τιμών μεταχειρισμένων, το Moto Τρίτη ανέπτυξε και μια ακόμη μεγάλη καινοτομία για την εποχή: τις μικρές αγγελίες ιδιωτών σε μεγάλη έκταση.
Χιλιάδες ιδιοκτήτες δημοσίευαν τις μοτοσυκλέτες και τα scooter τους στο περιοδικό, γνωρίζοντας ότι εκεί θα τους έβλεπε το πιο ενεργό κοινό της αγοράς. Για τα δεδομένα της εποχής, ήταν κάτι πολύ μπροστά. Η αναζήτηση μεταχειρισμένου δεν γινόταν με ένα κλικ, αλλά μέσα από τις σελίδες του εντύπου.
Το περιοδικό έγινε η αγορά κάθε εβδομάδας
Οι αγγελίες του Moto Τρίτη έγιναν σημείο συνάντησης αγοραστών και πωλητών. Όποιος ήθελε να πουλήσει, ήθελε να βρίσκεται εκεί. Όποιος ήθελε να αγοράσει, ήξερε ότι μέσα στις σελίδες του περιοδικού θα βρει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση επιλογών.
Πίσω από αυτό υπήρχε και μια τεχνολογική καινοτομία για την εποχή. Ένα πρωτοποριακό software διαχειριζόταν τις ενεργές αγγελίες και επέτρεπε τη δημοσίευσή τους στο περιοδικό, σε μια περίοδο που η οργάνωση τόσο μεγάλου όγκου μικρών αγγελιών ήταν πραγματικά δύσκολη υπόθεση.
Η ανταπόκριση ήταν τεράστια. Οι ιδιώτες ήθελαν να μπουν στις αγγελίες του Moto Τρίτη, γιατί ήξεραν ότι εκεί υπήρχε αγοραστικό κοινό. Στη συνέχεια ακολούθησαν και οι έμποροι.
Οι έμποροι αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν την αγορά
Όσο οι τιμές του περιοδικού γίνονταν σημείο αναφοράς, τόσο δυσκολότερο ήταν για κάποιον να πουλάει «όσο θέλει» χωρίς να συγκρίνεται με την αγορά.
Οι έμποροι είδαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να βγάζουν ένα μοντέλο σε οποιαδήποτε τιμή, όταν ο αγοραστής είχε στα χέρια του έναν δημοσιευμένο οδηγό αξιών. Η σύγκριση έγινε πιο εύκολη. Το παζάρι έγινε πιο λογικό. Η υπερβολή άρχισε να περιορίζεται.
Και κάπως έτσι, η αγορά πέρασε από το αλαλούμ στους κανόνες.
Από το αλαλούμ στους κανόνες της αγοράς
Η αγορά μεταχειρισμένων δικύκλων στην Ελλάδα άλλαξε ριζικά. Από τις εμπειρικές εκτιμήσεις, πέρασε στις δημοσιευμένες αξίες. Από το «τόσο το δίνω γιατί τόσο πιστεύω», πέρασε στο «τόσο αξίζει στην αγορά».
Αυτή ήταν μια από τις στιγμές που καθόρισαν πραγματικά την ελληνική αγορά μοτοσυκλέτας.
Γιατί οι τιμές μεταχειρισμένων του Moto Τρίτη δεν ήταν απλώς μια χρηστική πληροφορία. Ήταν ένα εργαλείο που επηρέασε αγοραστές, πωλητές, εμπόρους, ασφαλιστικές και επαγγελματίες. Ήταν η στιγμή που η αγορά άρχισε να μιλάει την ίδια γλώσσα.
Και αυτή η γλώσσα είχε για πρώτη φορά κανόνες.