LIVE: κίνηση στους δρόμους
Εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι - Συνεργάτες MotoΤρίτη

Ducati Scrambler Cafe Racer στις Ημέρες Μοτοσυκλέτας

    Café Racer

    Διαβάστηκε από 6.709 αναγνώστες (28/9/2017)

    Οι Café Racer μοτοσυκλέτες έχουν τη στιγμή της γέννησης τους περίπου μισό αιώνα πίσω, στη δεκαετία του 60`. «Γονείς» ήταν ομάδες κυρίως βρετανών ροκάδων μηχανόβιων, με δερμάτινα και αυθεντικό rock nΆ roll στο αίμα. Πείραζαν τις μοτοσυκλέτες τους για να στήνουν αυτοσχέδιες κόντρες, που όπως υποδηλώνει και το όνομα ήταν από τη μια καφετέρια (ή pub) στην άλλη, με χαρακτηριστική «χρονομέτρηση» όσο κρατάει ένα κομμάτι στο Jukebox. Στο μεταπολεμικό κλίμα που προηγήθηκε, η μεσαία τάξη μπορούσε να αγοράσει πλέον αυτοκίνητα, κάνοντας τη μοτοσυκλέτα όχημα του φτωχού (εργάτη πολλές φορές) και ίσως του όχι και τόσο καλού παιδιού, δίνοντας χροιά υποκουλτούρας και παρακμιακού στοιχείου στις τροποποιημένες αυτές μοτοσυκλέτες.

    Τότε, στην «πιάτσα» οι αναβάτες εκείνοι είχαν μεταξύ άλλων και το όνομα «Ton-Up boys», καθώς ως ένα «τόνο» όριζαν τα 100 μίλια ανά ώρα τελικής στο κοντέρ, δηλαδή περίπου 160χλμ/ω. Στην πορεία των χρόνων βέβαια, τα café racer και οι περιθωριακοί αναβάτες τους έφυγαν λίγο από το προσκήνιο, με την ιστορία να σβήνει το κακό παρελθόν τους και το μάρκετινγκ να τους αναγεννά από τις στάχτες τους, σαν σύγχρονο και ρετρό στυλ μαζικής παραγωγής και όχι custom. Όχι με τη αυθεντική έννοια τουλάχιστον.

    Ένα υποτυπώδες φέρινγκ καλύπτει πλέον το φανάρι μπροστά και καθρέφτες στα ακρόμπαρα δίνουν την πρώτη αίσθηση του racer, την οποία έρχεται να ενισχύσει το καπάκι που κάνει τη θέση του συνεπιβάτη μονόσελο. Από το πλάι δε λείπουν τα αγωνιστικά number plates, με το νούμερο 54 τιμής ένεκεν στον Bruno Spaggiari, παλιό Ιταλό αγωνιζόμενο της Ducati από τα 60s`. Ξεχωρίζει η εξάτμιση με το διπλό τελικό της Termignoni, η οποία είναι καλυμμένη με μαύρο, ανοδιωμένο αλουμίνιο. Ανοδιωμένο είναι επίσης και το ανεστραμμένο πιρούνι, το οποίο είναι και πλήρως ρυθμιζόμενο. Λεπτομέρειες όπως ο σπορτίφ λασπωτήρας και η βάση πινακίδας, τα αφαιρούμενα πλαϊνά καπάκια στο ατσάλινο ρεζερβουάρ και τα χαρακτηριστικά λογότυπα με καρό σημαίες, δίνουν και το κάτι παραπάνω στο αισθητικό κομμάτι.

    Η Café Racer εκδοχή του Scrambler συνοδεύεται και με μια μακρά λίστα από έξτρα πραγματάκια για εκείνη αλλά και για τον αναβάτη της. Ανάμεσά τους προστατευτικό κάλυμμα για το μπροστινό φανάρι, δερμάτινο μικρό tank bag, μακρύτερη σέλα, ζάντες με ακτίνες κ.α. Για τον αναβάτη, ο γνωστός στο χώρο του customizing Roland Sands Design, ανέλαβε τα γραφικά για το ρετρό σχεδιασμού κράνος της Bell, ενώ παράλληλα υπάρχουν και αντίστοιχα T-shirt και μπλουζάκια. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η βαθύτερη φιλοσοφία των Café Racers είναι ένα παλιό πέτσινο μπουφάν και μια μοτοσυκλέτα «built, not bought» σε μια κόντρα μέχρι να τελειώσει το τραγούδι.

    MOTORRAD
    HELLAS DIRECT