Όταν η κουβέντα περιφέρεται γύρω από τις sport μοτοσικλέτες δεν μπορεί να μην γίνει αναφορά για κάποιο από τα GSX-R. Από το μακρινό 1978 που παρουσιάστηκε το πρώτο 750 μέχρι το σήμερα με το Κ7, το μοντέλο έχει περάσει σε διάφορες φάσεις, αλλά ποτέ δεν αλλοίωσε στο χαρακτήρα του δύο στοιχεία, χαμηλή αναλογία κιλών ανά ίππο και την σταθερότητά του ακόμα και όταν τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του προσεγγίζουν τα αντίστοιχα των αγωνιστικών. Το πρώτο 1000άρι GSX-R παρουσιάστηκε το 2001 έχοντας να αντιμετωπίσει το ήδη καταξιωμένο και δημοφιλέστατο R1. Το GSX-R έγινε ο σφετεριστής του θρόνου, αλλά δίχως να αντιγράφει το μεγάλο του αντίπαλο, αλλά διατηρώντας τη φιλοσοφία της εταιρίας και κατ’ επέκταση του μοντέλου. Είχε μικρές αλλά ανθρώπινες διαστάσεις και η σταθερότητά του δε θυσιάστηκε έναντι της ξυραφένιας ευελιξίας. Κέρδισε στα σημεία για την καλύτερη απόδοση του κινητήρα και τη συνολική του συμπεριφορά, τόσο στην πίστα όσο και στο δρόμο. Το μοντέλο του 2003 για πολλούς θεωρείται ότι είναι η μοτοσικλέτα που έχει μοιράσει τέλεια τις αναλογίες… στη χρήση στο δρόμο και τις δάφνες στο απαιτητικό τερέν των αγώνων. Η αισθητική του προσέγγιζε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλη μοτοσικλέτα της εταιρίας στο Hayabusa. Η κάλυψη από τον αέρα ήταν κάτι περισσότερο από ικανοποιητική, συγκρινόμενο και με τον ανταγωνισμό της εποχής, ενώ κέρδιζε ξεκάθαρα και σε έναν ακόμα τομέα, στη θέση του συνεπιβάτη. Οι αλλαγές που είχε δεχθεί η μοτοσικλέτα ήταν αρκετές από το προηγούμενο μοντέλο. Το πλαίσιο βάφτηκε μαύρο και ενισχύθηκε ιδιαίτερα, τόσο στο πάχος των δοκών του, όσο και με νεύρα στο εσωτερικό του. Το πιρούνι είχε διάμετρο 43 χιλ. και τα καλάμια του είχαν επίστρωση DLC (Diamond Like Cοating) για λιγότερες τριβές. Η μοτοσικλέτα διέθετε ακτινικά στηριγμένες διέμβολες δαγκάνες και δίσκους 300 χιλ. από 320 χιλ. Ο κινητήρας είχε δεχθεί τις περιποιήσεις των τεχνικών της Suzuki με σκοπό το ελάφρωμα των κινητών μερών του. Χαρακτηριστικά ήταν τα έμβολα με τις ιδιαίτερα κοντές ‘‘φούστες’’ και οι κούφιοι εκκεντροφόροι. Στη βάση των κυλίνδρων υπήρχαν οπές για τη διαρροή των αερίων που δημιουργούνται κατά την κάθοδο του εμβόλου. Οι σημαντικότερες αλλαγές όμως στον κινητήρα του GSX-R ήταν στην τροφοδοσία και συγκεκριμένα στο σύστημα ψεκασμού. Για τη γραμμική απόδοση της δύναμης και πιο άμεση απόκριση οι πεταλούδες στην εισαγωγή ήταν δύο. Η εξωτερική ελεγχόταν από το γκάζι, ενώ η δεύτερη από ηλεκτρονική μονάδα. Στην εξαγωγή υπήρχε πεταλούδα ελέγχου της πίεσης των καυσαερίων. H μοτοσικλέτα γρήγορα κέρδισε τις εντυπώσεις και έγινε το σημείο αναφοράς της κατηγορίας. Εντυπωσιακά σε αίσθηση και λειτουργία τα νεοφερμένα τότε ακτινικά φρένα και σε συνδυασμό με την άριστη λειτουργία του πιρουνιού και του στιβαρού πλαισίου δημιουργούσαν ένα εντυπωσιακό σύνολο. Το δεύτερο σημείο που αυτή η μοτοσικλέτα κέρδισε τις εντυπώσεις ήταν η απόδοση του κινητήρα. Αυτό που το χαρακτήριζε, πέρα από την ευκολία που οι ίπποι κάλπαζαν από το στρόφαλο, ήταν και η γραμμική δύναμή του.
Το μοντέλο του 2004 για πολλούς θεωρείται ότι είναι η μοτοσικλέτα που έχει μοιράσει τέλεια τις αναλογίες… στη χρήση στο δρόμο και τις δάφνες στο απαιτητικό τερέν των αγώνων.
Η αισθητική του προσέγγιζε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλη μοτοσικλέτα της εταιρίας στο Hayabusa.
Η κάλυψη από τον αέρα ήταν κάτι περισσότερο από ικανοποιητική, συγκρινόμενο και με τον ανταγωνισμό της εποχής, ενώ κέρδιζε ξεκάθαρα και σε έναν ακόμα τομέα, στη θέση του συνεπιβάτη.
Οι αλλαγές που είχε δεχθεί η μοτοσικλέτα ήταν αρκετές από το προηγούμενο μοντέλο.
Το πλαίσιο βάφτηκε μαύρο και ενισχύθηκε ιδιαίτερα, τόσο στο πάχος των δοκών του, όσο και με νεύρα στο εσωτερικό του. Το πιρούνι είχε διάμετρο 43 χιλ. και τα καλάμια του είχαν επίστρωση DLC (Diamond Like Cοating) για λιγότερες τριβές.
Η μοτοσικλέτα διέθετε ακτινικά στηριγμένες διέμβολες δαγκάνες και δίσκους 300 χιλ. από 320 χιλ.
Εντυπωσιακά σε αίσθηση και λειτουργία τα νεοφερμένα τότε ακτινικά φρένα και σε συνδυασμό με την άριστη λειτουργία του πιρουνιού και του στιβαρού πλαισίου δημιουργούσαν ένα εντυπωσιακό σύνολο.