Kawasaki Mach IV 750: Το δίχρονο τέρας που τρόμαξε την άσφαλτο

Kawasaki Mach IV 750
Το 1971 γεννήθηκε ένας μύθος που δεν συγχωρούσε λάθη.
Δίχρονος κινητήρας 74 ίππων με 3 καρμπυρατέρ.
Ατσάλινο πλαίσιο cradle και φρένα με ταμπούρο πίσω.
Τέσσερις βασικές εκδόσεις που ήταν αναβάθμιση των προηγούμενων.
Το 1971 γεννήθηκε ένας μύθος που δεν συγχωρούσε λάθη

Όταν η Kawasaki παρουσίασε το 1971 την Kawasaki Mach IV 750, γνωστή και ως H2, δεν είχε στόχο να φτιάξει μια «εύκολη» μοτοσυκλέτα. Η H2 γεννήθηκε ως φυσική εξέλιξη της Mach III 500 και σχεδιάστηκε ξεκάθαρα για την αμερικανική αγορά: μεγάλες ευθείες, δυνατές εκκινήσεις στα φανάρια και ωμή επιτάχυνση. Ήταν η εποχή που οι Ιάπωνες κατασκευαστές κυνηγούσαν την απόλυτη απόδοση και η Kawasaki αποφάσισε να πάει ένα βήμα πιο μακριά από όλους.
Σε σχέση με την 500, η Mach IV ήταν πιο «γεμάτη» χαμηλά, αφού ο κινητήρας άρχιζε να τραβά ήδη από τις 3.000 σ.α.λ. Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι ήταν φιλική. Ο χαρακτήρας του τρίκυλινδρου δίχρονου ήταν εκρηκτικός και απρόβλεπτος, ειδικά όταν συνδυαζόταν με ένα πλαίσιο που δυσκολευόταν να ακολουθήσει τον ρυθμό του κινητήρα. Τα πρώτα κομμάτια έφτασαν στην Ευρώπη στα τέλη του 1971 και στην Ιταλία μέσω του Marino Abbo από τη Γένοβα, αφήνοντας έντονες αναμνήσεις – και αρκετό φόβο – σε όσους τόλμησαν να την οδηγήσουν.
Δίχρονος κινητήρας 74 ίππως με 3 καρμπυρατέρ
Στην καρδιά της Mach IV βρισκόταν ένας δίχρονος, τρικύλινδρος εν σειρά κινητήρας 748 κ.εκ., με απόδοση 74 ίππων στις 6.800 σ.α.λ.. Για την εποχή, οι αριθμοί αυτοί ήταν σχεδόν εξωπραγματικοί. Η τροφοδοσία γινόταν μέσω τριών καρμπυρατέρ Mikuni 30 mm, ενώ η μετάδοση περιλάμβανε κιβώτιο 5 σχέσεων, συμπλέκτη πολλαπλών δίσκων σε λουτρό λαδιού και τελική μετάδοση με αλυσίδα.
Η επιτάχυνση ήταν το μεγάλο της όπλο. Στα φανάρια, λίγες μοτοσυκλέτες μπορούσαν να τη συναγωνιστούν. Η δηλωμένη τελική ταχύτητα των 220 km/h υπήρχε στα χαρτιά, όμως στην πράξη, ήδη πάνω από τα 150 km/h η H2 γινόταν νευρική και απαιτούσε απόλυτη συγκέντρωση. Ο ήχος του δίχρονου τρικύλινδρου, μεταλλικός και ωμός, έκανε σαφές ότι αυτή η μοτοσυκλέτα δεν είχε καμία διάθεση να κρύψει τον χαρακτήρα της.
Ατσάλινο πλαίσιο cradle και φρένα με ταμπούρο πίσω
Αν ο κινητήρας ήταν το δυνατό χαρτί της Mach IV, το πλαίσιο ήταν το μεγάλο της πρόβλημα. Το ατσάλινο διπλό cradle, σε συνδυασμό με το τηλεσκοπικό πιρούνι 36 mm και το πίσω ψαλίδι με απλά αμορτισέρ, δεν μπορούσε να διαχειριστεί αποτελεσματικά την ισχύ. Το πίσω μέρος παρουσίαζε ελαστικότητα, ενώ το μπροστινό χρειαζόταν συνεχείς διορθώσεις από τον αναβάτη.
Στον τομέα της πέδησης, τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Ένας μπροστινός δίσκος 296 mm και ταμπούρο πίσω ήταν ανεπαρκή για τις επιδόσεις της μοτοσυκλέτας. Πολλοί ιδιοκτήτες κατέφυγαν σε μετατροπές, προσθέτοντας δεύτερο δίσκο μπροστά ή ενισχύοντας τις αναρτήσεις, σε μια προσπάθεια να τιθασεύσουν το σύνολο.
Η Mach IV 750 δεν σχεδιάστηκε ποτέ για καθημερινή χρήση. Στην πόλη υπέφερε από την κίνηση, έκαιγε καύσιμο και μπουζί, ενώ στις εξορμήσεις εκτός πόλης δεν ήταν ασυνήθιστο να κουβαλάς ανταλλακτικά. Οι κραδασμοί επηρέαζαν ακόμη και τη λειτουργία των καρμπυρατέρ, δημιουργώντας αστάθεια στη στάθμη καυσίμου.
Ήταν άβολη, απαιτητική και νευρική. Όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, «δεν κρατιόταν στον δρόμο ούτε αν τη μάλωνες». ΠαρΆ όλα αυτά, ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά την έκαναν ξεχωριστή. Η Mach IV δεν χάριζε τίποτα στον αναβάτη, αλλά όποιος την οδηγούσε σωστά, ένιωθε ότι δάμαζε ένα πραγματικό θηρίο.
Τέσσερις βασικές εκδόσεις που ήταν αναβάθμιση των προηγούμενων
Η παραγωγή της Mach IV χωρίστηκε σε τέσσερις βασικές εκδόσεις, με κάθε μία να προσπαθεί να διορθώσει τις αδυναμίες της προηγούμενης.
Η H2 (1971–1972) είναι σήμερα η πιο συλλεκτική, με περιορισμένες χρωματικές επιλογές και λεπτομέρειες που ανεβάζουν την αξία της. Η H2A (1973–1974) έφερε μικρές μηχανικές βελτιώσεις και νέα γραφικά, ενώ η H2B (1974–1975) προσπάθησε σοβαρά να βελτιώσει τη σταθερότητα με αλλαγές στο μεταξόνιο, την κάστερ και την προσθήκη steering damper. Η τελευταία H2C (1975) είχε ακόμη μικρότερη συμπίεση και μικρές λεπτομέρειες εξέλιξης, χωρίς όμως να αλλάζει δραστικά τον χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας.
Παρά τις βελτιώσεις, μόνο μια ριζική ανασχεδίαση του πλαισίου θα μπορούσε να κάνει την Mach IV πραγματικά σταθερή – κάτι που η Kawasaki δεν επιδίωξε, καθώς είχε ήδη στραφεί στην ανάπτυξη της θρυλικής Z1.
Η επιτυχία της Z1, η πετρελαϊκή κρίση του 1973 και οι αυστηρότεροι κανονισμοί ρύπων στις ΗΠΑ έφεραν το τέλος της Mach IV. Η παραγωγή σταμάτησε το 1975, κλείνοντας ένα σύντομο αλλά εκρηκτικό κεφάλαιο στην ιστορία της Kawasaki. Στην Ιταλία μόνο, είχαν πουληθεί πάνω από 3.000 μονάδες μέσα σε λίγα χρόνια.
Η Kawasaki Mach IV 750 δεν έμεινε στην ιστορία ως η πιο ισορροπημένη μοτοσυκλέτα. Έμεινε ως μια από τις πιο ακραίες. Ένα δίχρονο τέρας που τρόμαξε την άσφαλτο, έκαψε φανάρια και σημάδεψε μια εποχή όπου η δύναμη προηγούνταν της λογικής – και ίσως γιΆ αυτό παραμένει μέχρι σήμερα τόσο θρυλική.

