• Τιμές - Εξοπλισμός - Τεχνικά - Test - Συγκριτικά Εγγυήσεις - Χρηματοδοτικά - Προσφορές
Share

Aποστολή

Aποστολή
ΑΠΟΣΤΟΛΗ/ΠΙΣΤΑ ΣΕΡΡΩΝ: Aprilia RSV4 Factory
Buddha*
Διαβάστηκε από 3220 αναγνώστες
Μπορεί στην πρώτη παρουσίαση στην πίστα του Misano, ο καιρός να
μας τα χάλασε, στη δεύτερη όμως, στην πίστα των Σερρών, ο ήλιος έλαμπε, ο αέρας έλαμπε επίσης -δια της απουσίας του- το RSV4 έλαμπε, τα χαμόγελα των συντακτών έλαμπ… καταλαβαίνετε τι θέλουμε να πούμε. Μια λάμψη Superbike είχε απλωθεί σε όλο το χώρο, ενώ τα νέα pits της πίστας έσφυζαν από ζωή. Ήχοι από αερόκλειδα σήμαιναν φρέσκα ελαστικά, και σε λίγο τα πέντε RSV4 στεκόταν παρατεταγμένα στο pit-lane.
*Αυτός που ξύπνησε
Χορταίνοντας γρήγορη οδήγηση, στην καλύτερη πίστα της Ελλάδας, με μια Superbike που πιθανώς να είναι η κορυφαία στο χώρο. Η παραπάνω πρόταση θα μπορούσε να αποτελέσει ακόμα και τον ορισμό της… φώτισης σε δυο τροχούς. Με μια λέξη; RSV4!

Γλιστράμε στις φόρμες μας, η μυρωδιά του δέρματος στα ρουθούνια, τα φερμουάρ ανεβαίνουν, τα βέλκρο κουμπώνουν, τα λουράκια στα κράνη σφίγγουν, η ανάσα γίνεται γρηγορότερη και οι παλμοί παίρνουν την ανιούσα. Με λίγη προσπάθεια καβαλάω το μικροκαμωμένο και αθλητικό RSV4, είναι σχετικά ψηλή η σέλα για αναβάτη 1.72 μ., γυρίζω το κλειδί στο διακόπτη, οι διαγνωστικοί έλεγχοι στα όργανα ολοκληρώνονται, πιέζω τη μίζα και το Aprilia ξυπνά με ένα βρυχηθμό. Ο ήχος αυτός είναι ανεπανάληπτος και αξίζει το δικό του κεφάλαιο. Στο δούλεμα του V4 χαμηλά, ακόμα και με τις νορμάλ εξατμίσεις, είναι μπάσος, είναι πολύ μπάσος, είναι ακατέργαστος, απειλητικός, βρωμάει αγώνα και ιδρωμένα άλογα κούρσας, ενώ σαφώς και απαιτεί έξτρα λυρισμό για την περιγραφή του. Κάποιες φορές στο ρελαντί δούλευε ακανόνιστα, κάποιες άλλες δούλευε ακανόνιστα πάλι, αλλά με διαφορετικό -πάλι ακανόνιστο- ρυθμό. Φέρνει στο μυαλό αμερικάνικο muscle car, ενώ όταν ο αναβάτης ανεβάσει στροφές, η εικόνα στον αμφιβληστροειδή θολώνει, ένα umbrella girl εμφανίζεται από το πουθενά δίπλα σου, γκαζώνεις κι άλλο και ο μηχανικός αφαιρεί τα καλώδια της τηλεμετρίας, παίρνει το laptop του και κατευθύνεται προς τα ενδότερα. Τα φώτα μπροστά είναι ακόμα κόκκινα, όμως πλέον εσύ τα βλέπεις όλα κόκκινα, κι όταν τα φώτα σβήνουν, πέντε RSV4 εξακοντίζονται στη μεγάλη ευθεία της πίστας.
Χαλάρωσε. Οι μύες σφίγγουν από την ένταση. «Δεν πρέπει να έχεις ένταση». Πρώτοι, αναγνωριστικοί γύροι. Να ζεσταθούν τα ελαστικά. Κι οι κλίσεις αρχίζουν να μεγαλώνουν, το γκάζι να κρατιέται περισσότερη ώρα ανοιχτό, οι αγωνιστικές γραμμές να μπαίνουν στο πρόγραμμα. Αρχίζεις να θυμάσαι τη συγκεκριμένη γλώσσα του σώματος, την απαιτητική γλώσσα της πίστας, αρχίζεις να προσέχεις τα λάθη σου, να προσπαθείς να τα βελτιώσεις ένα προς ένα. Το κόκκινο shift-light αναβοσβήνει λίγο πριν αλλάξεις ταχύτητα, οι ταχύτητες γεμίζουν στη μεγάλη ευθεία και καταλαβαίνεις πολύ καλά πως από κάτω σου υπάρχουν χίλια τετρακύλινδρα κυβικά. Ακόμα καλύτερα από σένα, το καταλαβαίνουν οι παρευρισκόμενοι στο pit-lane που βλέπουν το κοκκινόμαυρο βέλος να φτύνει φωτιές -δεν τα παραλέμε, όντως φτύνει φωτιές- ενώ ταυτόχρονα ακούν την εξάτμιση να γεμίζει το χώρο με τιτάνιες εκρήξεις. Εκρήξεις λέμε! Φλόγες και μπουμπουνητά. Το αντιλαμβάνεστε πλήρως; Τώρα το ψηφιακό κοντέρ ξεπερνά τα 230 χλμ./ώρα και κάπου εδώ έχω την αίσθηση πως πρέπει να φρενάρω. Κατεβασιές, ο μονόδρομος συμπλέκτης πιάνει δουλειά, το σώμα βγαίνει έξω από τη ζελατίνα για να χτυπηθεί από έναν τοίχο αέρα, οι πήχεις μακραίνουν, πιέζω τη μανέτα, οι πήχεις σφίγγουν, οι μηροί στραγγαλίζουν το ρεζερβουάρ, από την υπερπροσπάθεια μία ακόμη σταγόνα ιδρώτα έρχεται να κάνει παρέα στις άλλες, για να αρχίσουν όλες μαζί να κατηφορίζουν στο μέτωπο, και όλα εξελίσσονται όπως πρέπει. Το σώμα του αναβάτη χωρίζει από τη μοτοσικλέτα, το γόνατο ξύνει την άσφαλτο, το πιρούνι της Ohlins είναι εκεί για να εμπνέει εμπιστοσύνη -και αυτό ακριβώς κάνει- το βλέμμα στρέφεται μακριά προς την επόμενη στροφή. Τα μάτια γεμίζουν με βιράζ, άσφαλτο, shift-light και στροφές, τα αυτιά με βροντές, οι μύες με γαλακτικό οξύ, τα ελαστικά με μακαρόνια (όχι Μίσκο), η άσφαλτος με κομματάκια ξύστρας, το κράνος με μυγάκια και εσύ με οδηγική απόλαυση. Το mode της ανάφλεξης μένει καρφωμένο στη μεσαία θέση S, δηλαδή Sport. Η πιο ακραία T, για Track, παραείναι απότομη στο κλείσε-άνοιξε του γκαζιού, παραείναι νευρική για ένα μέσο αναβάτη. Και η θέση R, για Road, μένει σταθερά στα αζήτητα, περιμένοντας τη βροχή για να αποδείξει τη χρησιμότητά της. Γύρο με το γύρο πιέζεις όλο και περισσότερο, η μοτοσικλέτα ανταποκρίνεται, η μοτοσικλέτα δεν διαμαρτύρεται, η μοτοσικλέτα έχει πολλά ακόμη όρια, το RSV4 βρίσκεται πέρα και μακριά από τον ορίζοντα, υπεράνω εμού και των δυνατοτήτων μου. Όταν αργότερα θα γδυθώ και θα καθίσω να χαζέψω το συνάδελφο αγωνιζόμενο να «στύβει» το RSV4, τότε μόνο θα αρχίσω να σχηματίζω μια ολοκληρωμένη εικόνα για το τι μπορεί να κάνει η μοτοσικλέτα αυτή στα κατάλληλα χέρια. Στα pits, οι γνώμες δίνουν και παίρνουν. Κάποιοι δηλώνουν πως η μοτοσικλέτα έχει πολλή δύναμη και πλαγιολισθαίνει στις εξόδους των στροφών, οπότε μάλλον δεν κάνει για αρχάριο αναβάτη. Από την άλλη, συνάδελφος από την παρέα ήρθε στην πίστα έχοντας ελάχιστη οδηγική εμπειρία -αποκλειστικά σε δρόμο- και έδειχνε τρομαγμένος πριν ανέβει στη σέλα. Κι όμως, έβγαλε το εικοσάλεπτο σαν κύριος. Αργά μεν, αλλά χωρίς δράματα. Σίγουρα όταν αρχίσεις να πιέζεις, το δυναμόμετρο που κουβαλάς στο χέρι σου, ίσως να υποδείξει ακόμα και 160 άλογα στον τροχό, άλογα που θέλουν σεβασμό, άλογα όμως που δεν είναι δύστροπα ούτε και απρόβλεπτα.
Το RSV4 εκπλήσσει στην πίστα με την ομοιογένεια του συνόλου του. Ο κινητήρας είναι γεμάτος παντού, εύστροφος και γραμμικός. Ένας συνάδελφος, μου είπε πως δεν τον ενθουσίασε, γιατί δεν είχε κάτι το δραματικό. Μια γροθιά στο στομάχι, μια κλωτσιά στο υπογάστριο, ένα άπερκατ που θα σε στείλει για ύπνο. Και όχι, δεν τα έχει αυτά, είναι η αλήθεια. Ωστόσο, για αυτό το λόγο ακριβώς είναι και τόσο εκμεταλλεύσιμος και υποψιαζόμαστε πως όταν μετρηθεί από κορυφαίους αναβάτες πρόκειται να δείξει απίθανους χρόνους στην πίστα. Φυσικά, οι χρόνοι δεν έρχονται μόνο από έναν κινητήρα, κι ας είναι αυτός τόσο καλός όσο το μοτέρ του RSV4. Το πλαίσιο και οι αναρτήσεις της Ohlins είναι οι επόμενοι λόγοι για τους οποίους το χρονόμετρο θα σταματήσει χαμηλά: τόνοι πληροφόρησης, ευελιξία, σταθερότητα, εμπιστοσύνη, μεγαλοθυμία. Θα συγχωρήσουν λάθη, θα εμπνεύσουν σιγουριά, θα σε διαβεβαιώσουν πως είναι εντάξει, πως μπορείς να πιέσεις κι άλλο και δεν θα προδώσουν αυτή σου την εμπιστοσύνη. Και τα φρένα της Brembo, ακοίμητοι φρουροί, ογκόλιθοι δύναμης, γραμμικότητας και αίσθησης. Τόσο δυνατά όσο τα θέλεις, όσο τα αντέχεις. Τόσο ακούραστα όσο κι ο πιο προπονημένος αναβάτης.
Στην αρχή της μεγάλης ευθείας των Σερρών, εκεί που βγαίνεις υπό κλίση, με το γκάζι ανοιχτό, κάποιες ελαφρές ταλαντώσεις θα κάνουν την εμφάνισή τους, μα μόλις χαλαρώσεις λίγο το σφίξιμο στα κλιπόν, εκείνες χάνονται και ποτέ δεν γίνονται αιτία τρόμου. «Το RSV4 είναι αγωνιστικά νευρικό», ήταν η γνώμη των αγωνιζόμενων. Ευέλικτο, δηλαδή, και κοφτερό όταν μπορείς να το σπρώξεις σε αγωνιστικούς ρυθμούς. Σε ρυθμούς γρήγορους, αλλά όχι ακραίους, θυμίζει το βράχο του Γιβραλτάρ σε σταθερότητα, χωρίς να απαιτεί ειδικές ικανότητες για να προσφέρει χαμόγελα και σβέλτους γύρους. Και οι σβέλτοι γύροι σε πίστα είναι η ζωή του RSV4, ο σκοπός της ύπαρξής του, ο καπνός που φουμάρει και ο αέρας που θέλει να αναπνέει. Εσείς μπορείτε να το χρησιμοποιήσετε εκτός του φάσματος για το οποίο έχει σχεδιαστεί, στο δρόμο και σε καθημερινές συνθήκες, όμως το RSV4 δεν θα σταματήσει ποτέ να ονειρεύεται πίστες και χρονόμετρα. Στο χέρι σας είναι να ζήσετε μαζί του το όνειρο, να κατεβάσετε τους χρόνους σας και να γεμίσετε μνήμες και ιστορίες, που θα σας χαρίζουν ένα αδιόρατο μειδίαμα όποτε τις θυμάστε, λίγο σαν τα χαμόγελα των πεφωτισμένων.
H Πίστα των Σερρών: Το αστέρι των Βαλκανίων
Το Αυτοκινητοδρόμιο των Σερρών βρίσκεται Νότιο-Δυτικά της πόλης των Σερρών, σε έκταση χιλίων στρεμμάτων. Η πίστα κατασκευάστηκε το 1998, και είναι η μεγαλύτερη πίστα στα Βαλκάνια. Αποτελεί τη μοναδική πίστα στη χώρα αλλά και στη Βαλκανική η οποία καλύπτει τις κατασκευαστικές προδιαγραφές της Διεθνούς Ομοσπονδίας Μοτοσικλέτας (FIΜ), για διεξαγωγή ακόμα και αγώνων Formula 3. Το συνολικό μήκος της πίστας είναι 3.187 μέτρα, το πλάτος 12-15 μέτρα, και το συνολικό εμβαδόν είναι 195 στρέμματα περίπου. Οι κατά μήκος κλίσεις του άξονα κυμαίνονται από 1 έως 3%. Η μεγάλη ευθεία της εκκίνησης έχει μήκος 662 μέτρων. Συνολικά η πίστα περιλαμβάνει 16 στροφές, 9 εκ των οποίων είναι δεξιές και 7 αριστερές. Στο εσωτερικό της πίστας είναι εγκατεστημένος ο χώρος στάθμευσης και προετοιμασίας των αγωνιζομένων. Καταλαμβάνει έκταση 4.900τ.μ. και η προσέγγισή του γίνεται μέσω της υπόγειας διάβασης η οποία βρίσκεται στο ύψος περίπου της εκκίνησης. Απέναντι από την ευθεία εκκίνησης ολοκληρώνεται τσιμεντένια σκεπαστή κερκίδα χωρητικότητας 2.500 θεατών, ενώ στον υπόλοιπο χώρο είναι τοποθετημένες λυόμενες κερκίδες θεατών, χωρητικότητας περίπου 4.000 θεατών. www.serrescircuit.gr
Ιστορικό: Όταν οι RSV είχαν μόνο δύο κυλίνδρους
Το πρώτο μοντέλο (ME) της γενιάς των RSV Mille γεννήθηκε το 1998. Μεγάλη εντύπωση έκανε το design του, και ιδιαίτερα η μοναδική διάταξη των τριών προβολέων. Επίσης θετική εντύπωση έκαναν τα ποιοτικά περιφερειακά του, αλλά και ο δυνατός V2 60ο της Rotax. Οι χρόνοι στην πίστα το έφερναν δίπλα, ή και μπροστά από το επίσης θρυλικό 996, και κατόπιν 998, ενώ ταυτόχρονα ήταν πολύ πιο άνετο για καθημερινή χρήση. Επρόκειτο για την αρχή της εδραίωσης του αντίπαλου ιταλικού δέους προς την σκληροπυρηνική Ducati. Το Mille παρέμεινε απαράλλαχτο μέχρι το 2000. Θα ακολουθούσαν αρκετές ανανεώσεις -ένα νέο μοντέλο ανά τρία χρόνια, το 2001, το 2004, και το 2006 - με τη μοτοσυκλέτα να δίνει δυνατό παρών σε όλα τα συγκριτικά τεστ Superbikes μέχρι και σήμερα. Μαζί με το «απλό» μοντέλο, η Aprilia έδινε πάντα στην κυκλοφορία και ένα ελαφρύτερο μοντέλο R με ακόμα ακριβότερα περιφερειακά, όπως ποιοτικότερες αναρτήσεις από την Ohlins, ελαφριές ζάντες της OZ, κλπ. Και για να «ομολογκαριστεί» το αγωνιστικό μοντέλο, οι Ιταλοί παρήγαγαν 150 κομμάτια της έκδοσης SP (Sport Production). Ο κινητήρας είχε δεχθεί τα χάδια της Cosworth ώστε να αποδίδει 145 ονομαστικά άλογα στις 11.000rpm, ενώ φόραγε δυο εντυπωσιακά τελικά εξατμίσεων, το ένα πάνω από το άλλο. Το 2004 η Aprilia κυκλοφόρησε σε περιορισμένη παραγωγή διακοσίων κομματιών, μια ακόμα ειδική έκδοση του RSV Mille R, με την ονομασία Nera, δηλαδή «μαύρη». Ο κινητήρας ήταν δυνατότερος, και λόγω της εκτενούς χρήσης μαγνησίου ονομάστηκε V60 Magnesium. Οι αναρτήσεις ήταν αγωνιστικές της Ohlins, τα ακτινικά φρένα της Brembo, οι ζάντες «πούπουλα» από μαγνήσιο, η εξάτμιση από τιτάνιο, το κοστούμι από ανθρακόνημα. Ευτυχώς οι Ιταλοί σταμάτησαν λίγο πριν τη χρήση κρυπτονίτη, και η ζυγαριά σταμάτησε στα 175kg –δέκα λιγότερα από την R. Σήμερα, οι δικύλινδρες RSV συνεχίζουν να παράγονται και να κυκλοφορούν σε δρόμους και πίστες, παράλληλα με την ολοκαίνουργια RSV4.
Αγωνιστική ιστορία της Aprilia: Παρέλαση τίτλων και πάνθεον ηρώων
Παρότι πρόκειται για σχετικά μικρή εταιρεία συγκρινόμενη με τους Ιαπωνικούς κολοσσούς, η Aprilia έχει διαπρέψει στον αγωνιστικό τομέα. Και ποιος δεν έχει τρέξει GP ή WSBK με Aprilia. Από τον Ιάπωνα «στρατηγό» Tetsuya Harada και τον βραχύσωμο Ιταλό μετέπειτα αστέρα των MotoGP Loris Capirossi, από τον «σενσέι» της πλαγιολίσθησης Gary McCoy, έως τον απόλυτο άρχοντα, τον showman Valentino Rossi. Η αγωνιστική ιστορία της εταιρείας είναι πραγματικά εντυπωσιακή, βρίθοντας λαμπερών αστέρων της ροκ οδήγησης, θριαμβευτικών νικών και πλήθους πρωταθλημάτων. Ο Valentino έγινε γνωστός καβάλα σε μοτοσυκλέτες της Aprilia, κερδίζοντας παγκόσμια πρωταθλήματα τόσο στα 125 όσο και στα 250 κυβικά εκατοστά. Ο αιώνιος αντίπαλος του Vale, o Ρωμαίος αυτοκράτορας Max Biaggi, κι αυτός με Aprilia 250 έτρεχε, και θα κύλαγε πολύ νερό στο αυλάκι, μέχρι να τον βλέπαμε για μια ακόμη φορά πάνω στη σέλα ενός Aprilia, αυτή τη φορά να πρωταγωνιστεί στο παγκόσμιο πρωτάθλημα Superbikes. Ο Locatelli, ο Haga, ο Nakano, Gramigni, o Waldmann, ο Lorenzo, o Chili, ο Corser (2ος στα WSBK το 2001), ο Perugini, ο Sanna, ο De Angelis, ο Regianni… η λίστα είναι μακριά σαν σαρανταποδαρούσα. Και φανταστείτε πως δεν θα αναφερθούμε καν στα Supermoto, όπου κι εκεί η Aprilia πρωταγωνιστεί με τις εκρηκτικές δικύλινδρες SXV, κερδίζοντας αγώνες και πρωταθλήματα, ούτε στο ΜΧ, αλλά ούτε και στο trial όπου το 1992 ο Tommy Ahvala είχε κερδίσει το παγκόσμιο πρωτάθλημα πάνω σ’ ένα Aprilia.
Πάνω στο RSV ρυθμίζονται τα πάντα. Οι αναρτήσεις, τα κλιπόν, η κάστερ, η θέση του κινητήρα στο πλαίσιο, η θέση του ψαλιδιού, οι χάρτες ανάφλεξης κι ό,τι άλλο θες.
Γύρο με το γύρο πιέζεις όλο και περισσότερο, η μοτοσικλέτα ανταποκρίνεται, η μοτοσικλέτα δεν διαμαρτύρεται, η μοτοσικλέτα έχει πολλά ακόμα όρια.
Αριστη συνεργασία πλαισίου, αναρτήσεων και κινητήρα. Φαίνεται πως μιλάμε για το νέο βασιλιά της κατηγορίας, το νέο πήχη, το νέο μέτρο κρίσης στα χιλιάρια Superbikes
"Οι σβέλτοι γύροι σε πίστα είναι η ζωή του RSV4, ο σκοπός της ύπαρξής του, ο καπνός που φουμάρει κι ο αέρας που θέλει να αναπνέει."
Πλάκα μας κάνουν! Μέσα σε όλες τις πρωτιές, η επαναστατική RSV4 μπορεί να περηφανεύεται για τη μικρότερη σέλα συνεπιβάτη στην ιστορία των δύο τροχών. Αλλά… συνεπιβάτης σε τέτοιο χειρουργικό εργαλείο πίστας;
Η αυτού εξοχότης...η εξάτμιση του RSV4 σε μία πρόσφατη «ακτινογραφία»...
H Πίστα των Σερρών. Το αστέρι των Βαλκανίων
Εξελίσσοντας ένα μύθο...
O Valentino Rossi ξεκίνησε την καριέρα του από την Aprilia, με την οποία μάλιστα πήρε τίτλους τόσο στα 125 όσο και στα 250 κ.εκ.
Και ο έτερος αναβάτης της Fiat Yamaha, o Jorge Lorenzo, τίμησε τα χρώματα της Aprilia, προσθέτοντας κι άλλους τίτλους στο παλμαρέ της.
Η παρουσία της Aprilia στις δύο "μικρότερες" κατηγορίες των GP (125/250) εξακολουθεί να είναι σημαντική και οι αναβάτες της συνεχίζουν να κερδίζουν πολλές νίκες.
Ο Colin Edwards ήταν αυτός που οδήγησε την τρικύλινδρη RSV στην κορυφαία κατηγορία των GP.