Το να προσπαθήσεις να παντρέψεις το κλασικό με το σύγχρονο είναι κάτι δύσκολο, ιδιαίτερα όταν αυτό πρέπει να γίνει σε μια μοτοσικλέτα όπως το Enfield. Τα κλασικά στοιχεία δεν πρέπει να χαθούν, αλλά είναι επιτακτική η ανάγκη για εκσυγχρονισμό. Ας δούμε λοιπόν πώς τα κατάφερε η Harley της Ινδίας.
Χρειάστηκε να περάσουν 54 χρόνια ώστε η Royal Enfield να αντικαταστήσει το Bullet και να παρουσιάσει μια καινούργια μοτοσικλέτα. Το νέο μοντέλο με το όνομα Classic διατηρεί φυσικά τα κλασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη μάρκα, αλλά έχει βελτιωθεί σχεδόν σε όλους τους τομείς, αποτελώντας μια μοτοσικλέτα που, εκτός των υπολοίπων ξεχωριστών στοιχείων, παρουσιάζει και μια χρηστική πλευρά. Φρένα, πλαίσιο, κινητήρας είναι καινούργια και αν και διατηρούν τη ρετρό εικόνα, είναι σύγχρονα σε λειτουργία.
Οι προδιαγραφές Euro3 δεν κάνουν εξαιρέσεις και η Enfield για να μπορεί να πουλά μοτοσικλέτες στην ευρωπαϊκή αγορά ήταν απαραίτητο να εκσυγχρονιστεί. Λιγότερο θόρυβο από τον κινητήρα δίχως να αλλοιώσει τη μονοκύλινδρη κλασική συμφωνία, λιγότεροι εκπεμπόμενοι ρύποι δίχως να χαλά το μοναδικό τρόπο που η δύναμη φτάνει στον πίσω τροχό. Στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού, οι διακόπτες έγιναν σύγχρονοι και μάλλον αταίριαστοι στο σύνολο, κάτι που ευτυχώς δεν επηρέασε και τον πίνακα οργάνων, ο οποίος παραμένει ενσωματωμένος σε μια μεταλλική πλάκα πάνω στο φανάρι. Το σασμάν είναι πλέον λιγότερο θορυβώδες και περισσότερο σαφές, ενώ φέρει στοιχεία του παρελθόντος, που όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι θετικά. Και φυσικά, η πιο συγκλονιστική αλλαγή στο Enfield αφορά στην τροφοδοσία, όπου έχει αντικατασταθεί το καρμπιρατέρ με σύστημα ψεκασμού, το οποίο μάλιστα έχει καταφέρει να αλλάξει τη λειτουργία του κινητήρα.
Αισθητική: 54 χρόνια μετά…
Στο νέο Enfield Classic υπάρχουν σαφείς αισθητικές επεμβάσεις σε σχέση με τα παλαιότερα μοντέλα της εταιρείας. Το ρεζερβουάρ έχει στρογγυλέψει και τα προστατευτικά λάστιχα για τα γόνατα είναι πιο διακριτικά. Το δοχείο καυσίμου αποτελεί αναμφίβολα το σημαντικότερο σημείο πάνω σε μια μοτοσικλέτα που θέλει να χαρακτηριστεί classic και η Royal Enfield φαίνεται πως τα κατάφερε άριστα σε αυτόν τον τομέα. Ο κινητήρας έχει πολύ όμορφο ραφινίρισμα, με τα χρωμιωμένα καπάκια και το μαύρο κύλινδρό του να αποτελούν έργα τέχνης. Ο πίνακας οργάνων είναι λιτός και διαθέτει τα απαραίτητα, στοιχείο που τονίζει το ύφος της κατασκευής. Το εμπρός φανάρι είναι φυσικά στρογγυλό, ενώ προσοχή στη λεπτομέρεια μαρτυρά το φρυδάκι που διαθέτει στο πάνω μέρος του. Το πλαίσιο είναι βαμμένο στα χρώματα της υπόλοιπης μοτοσικλέτας, ενώ μία ακόμα πολύ όμορφη λεπτομέρεια είναι ο σωλήνας του, ο οποίος στηρίζει το πίσω φτερό. Η ποιότητα κατασκευής κυμαίνεται σε καλά επίπεδα και το μόνο που χαλά την κλασική όψη της μοτοσικλέτας είναι οι σύγχρονης αντίληψης διακόπτες του ηλεκτρικού κυκλώματος.
Θέση οδήγησης: Relax
Κάθε classic μοτοσικλέτα που σέβεται τον εαυτό της πρέπει να λειτουργεί ως αγχολυτικό για τον οδηγό της και κάτι τέτοιο ξεκινά από τη θέση οδήγησης. Στο νέο Royal Εnfield το παραπάνω στοιχείο είναι ιδανικό. Το τιμόνι «πεταλούδα» πέφτει φυσικά στα άνω άκρα, ενώ τα μαρσπιέ είναι τοποθετημένα σχετικά μπροστά και χαμηλά, δίνοντας μια ξεκούραστη στάση στο σώμα. Η σέλα διαθέτει ελατήρια που, εκτός των νοσταλγικών πινελιών που προσφέρουν ως εικόνα, έχουν και λειτουργική φύση, καταφέρνοντας να απορροφήσουν τις ανωμαλίες του δρόμου. Οι μανέτες δεν είναι ρυθμιζόμενες, αλλά βρίσκονται τοποθετημένες σε σωστά μέτρα, ενώ οι σύγχρονοι διακόπτες έχουν ως αποτέλεσμα τα πάντα να είναι σε φυσική θέση και ο οδηγός να τα ενεργοποιεί ενστικτωδώς.
Αναρτήσεις-φρένα
Στον τομέα των αναρτήσεων, η αισθητική για άλλη μια φορά παντρεύεται με τη λειτουργικότητα. Αν και με μια πρώτη ματιά η εμπρός ανάρτηση δείχνει σαν ένα ανεστραμμένο πιρούνι, πρόκειται για μια πολύ όμορφη οφθαλμαπάτη, μιας και οι πάνω σωλήνες του πιρουνιού, βαμμένοι στα χρώματα της μοτοσικλέτας, αποτελούν κάλυμμα. Η «μπότα» της ανάρτησης είναι χρωμιωμένη, δίνοντας μια κλασική όψη στη μοτοσικλέτα. Πίσω υπάρχουν διπλά αμορτισέρ, τα οποία διαθέτουν μπουκάλα αζώτου, αλλά και ρύθμιση πέντε θέσεων για την προφόρτιση του ελατηρίου τους. Η απόδοση του συστήματος απόσβεσης είναι εξαιρετική, αν αναλογιστούμε ότι στηρίζεται σε μηχανολογικά στοιχεία που δεν διακρίνονται για την τεχνολογική τους υπεροχή. Καταφέρνουν να αποσβήσουν επαρκώς τις ανωμαλίες του δρόμου, ενώ παρέχουν και στοιχειώδη πληροφόρηση στον οδηγό.
Στον τομέα των φρένων, το Classic παρουσιάζεται και πάλι εκσυγχρονισμένο σε σχέση με το παρελθόν. Συγκεκριμένα, πίσω διαθέτει ταμπούρο 135 χιλ., αλλά η μεγάλη αλλαγή υπάρχει μπροστά, όπου έχει τοποθετηθεί δίσκος διαμέτρου 280 χιλ. που συνεργάζεται με δαγκάνα δύο εμβόλων. Το σύστημα πέδησης για τις ταχύτητες που θα αναπτύξει η μοτοσικλέτα είναι ικανοποιητικό. Το πίσω ταμπούρο είναι πιο δυνατό και δεν θα μπλοκάρει άνευ λόγου, ενώ το εμπρός φρένο είναι όσο πρέπει δυνατό ώστε να φρενάρει τη μοτοσικλέτα και να μην μπλοκάρει τον εμπρός τροχό, αν φυσικά δεν το παρακάνει ο οδηγός. Η αίσθηση και πάλι σε σχέση με το παρελθόν, είναι σαφώς βελτιωμένη.
Κινητήρας: Με ηλεκτρονικό ψεκασμό
Μπορεί ο κινητήρας του νέου Royal Enfiel να διαθέτει κλασικότατη όψη, ωστόσο είναι καινούργιος. Το κάρτερ είναι ενιαίο και φιλοξενεί τόσο το στρόφαλο όσο και το σασμάν, με τον άξονα επιλογέα του τελευταίου να βγαίνει πλέον από την αριστερή πλευρά και όχι από τη δεξιά όπως στα παλαιότερα Bullet. Αυτό που κακώς δεν μεταφέρθηκε από τα παλαιότερα μοντέλα είναι το μικρό λεβιεδάκι που υπήρχε στο σασμάν, η ενεργοποίηση του οποίου, ασχέτως σχέσης, έθετε το κιβώτιο στη νεκρά. Επίσης και η μανιβέλα διαγράφτηκε από τη λίστα, κίνηση που δικαιολόγησε το εργοστάσιο λόγω του ότι από τη χρονική περίοδο που τα μοντέλα εξοπλίστηκαν με μίζα, στην συντριπτική πλειονότητά τους οι ιδιοκτήτες τους έπαψαν να χρησιμοποιούν τη μανιβέλα. Μεγαλύτερη αλλαγή στον κινητήρα αποτελεί φυσικά ο ηλεκτρονικός ψεκασμός, ο οποίος προέρχεται από την Keihin. Η καλή λειτουργία του ψεκασμού εξετάστηκε σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πεδίο, στις κορυφές των Ιμαλαΐων και σε υψόμετρο 18,340 ποδιών, όπου η μοτοσικλέτα ταξίδεψε στα πλαίσια δοκιμής της. Και βέβαια, αυτές δεν ήταν οι μοναδικές αλλαγές στον κινητήρα, μιας και στόχος της Royal Enfield ήταν να βελτιωθεί και η αξιοπιστία του συνόλου. Η λίπανση του κινητήρα πλέον είναι καλύτερη, ενώ υπάρχει σύστημα υδραυλικής αυτο-ρύθμισης των βαλβίδων και αυτόματος τεντωτήρας στην πρωτεύουσα μετάδοσης. Ο κινητήρας παρουσιάζεται με 20% αυξημένη απόδοση, με το μέγιστο νούμερο ιπποδύναμης να αγγίζει τους 28 ίππους στις 5.250 σ.α.λ. και εκείνο της ροπής τα 4,2 kgm στις 4.000 σ.α.λ.
Η υπο-τετράγωνη φύση του κινητήρα έχει χαρίσει μια μοναδική κλασική λειτουργία στην απόδοση, στην αίσθηση και στον ήχο. Οι κραδασμοί από αυτόν «γαργαλούν» τις αισθήσεις και σε καμία περίπτωση δεν φτάνουν να καταντούν ενοχλητικοί, ενώ ο ήχος που βγαίνει από το πολύ όμορφο τελικό, είτε στο ρελαντί είτε με τις στροφές του κινητήρα ψηλά, είναι μοναδικός. Σε αυτή τη νοσταλγική και ιδιαίτερη λειτουργία του μονοκύλινδρου κινητήρα συνηγορεί και η παρουσία του βαρύ στροφάλου. Οι στροφές από στάση ανεβαίνουν αργά, αλλά πρόθυμα, ενώ μόλις φορτώσει στροφές, σπρώχνει το Enfield με δύναμη εμπρός. Το σασμάν έχει ιδιαίτερα μαλακή και σαφή λειτουργία σε σχέση με το παρελθόν και αρκούντως ικανοποιητική για τα σημερινά δεδομένα. Η λειτουργία του επίσης είναι αθόρυβη. Ο συμπλέκτης μπορεί να μην έχει «βουτυρένια» αίσθηση, αλλά ακόμα και μέσα στην πόλη δεν θα σας κουράσει τον αριστερό πήχη.
Οδηγώντας: Άλλη εποχή με σύγχρονο φόντο
Είναι μαγικός ο τρόπος που πάνω στη σέλα του Royal Enfiel Classic μπορείς να κάνεις ταξίδι στο χρόνο. Η λειτουργία της μοτοσικλέτας σε σχέση με το παρελθόν έχει βελτιωθεί, βοηθώντας τον οδηγό να απολαύσει ανενόχλητος τη βόλτα του, δίχως να «αποστειρώνει» τα στοιχεία της κλασικής λειτουργίας και αίσθησης. Η μεγάλη διαδρομή του εμβόλου του κινητήρα και ο βαρύς στρόφαλος χαρίζουν μαγικούς κραδασμούς στα χέρια του οδηγού και λιγότερους στα μαρσπιέ, ενώ το χαρακτηριστικό φατ-φατ-φατ του μοτέρ είναι κάτι πρωτόγνωρο για τα σημερινά δεδομένα. Από το φανάρι, και με τη συμβολή του πολύ καλού συμπλέκτη, θα ξεκολλήσετε γρήγορα, ενώ ο κινητήρας ανεβάζοντας στροφές και ξεπερνώντας την αδράνεια του στροφάλου ανεβάζει τη βελόνα του στροφομέτρου με «αριθμητική πρόοδο». Το κιβώτιο ταχυτήτων είναι 5 σχέσεων και αν και μακριά κλιμακωμένες, δεν θα κουμπώσει ποτέ στο «κενό». Μάλιστα, η σχεδίαση του νέου κιβωτίου είναι τόσο καλή που αδιαμαρτύρητα θα δεχθεί και ανέβασμα δίχως τη χρήση συμπλέκτη! Η εκκίνηση του κινητήρα, χάρη και στην ηλεκτρονική αποσυμπίεση, θα επιτευχθεί εύκολα, ενώ η λειτουργία του συστήματος ηλεκτρονικού ψεκασμού είναι ιδανική. Η απόκριση στο γκάζι είναι άμεση και ανάλογα με την ταχύτητα, περιστροφή του στροφάλου, η μοτοσικλέτα θα επιταχύνει είτε πρόθυμα είτε δυναμικά. Το νέο πλαίσιο και η γεωμετρία του έχουν χαρίσει διαφορετική συμπεριφορά στο σύνολο. Τα κιλά κρύβονται καλά, ενώ αισθητή είναι και η προσπάθεια ώστε η μοτοσικλέτα να είναι καλοζυγισμένη. Το αποτέλεσμα της παραπάνω αλλαγής είναι εύκολος χειρισμός και προβλέψιμη συμπεριφορά. Το «κράτημα» είναι ένας τομές που έχει αναβαθμιστεί στο Classic σε σχέση με τα προγενέστερα μοντέλα της εταιρείας, με τη λειτουργία των αναρτήσεων να έχει κορυφώσει την ποιότητα κύλισης. Η τελική της μοτοσικλέτας είναι 120 χλμ./ώρα και αν δεν ασκήσετε δύναμη στο τιμόνι για να κρατήσετε κόντρα τον κορμό σας στον αέρα, το Classic είναι ιδιαίτερα σταθερό
Συμπέρασμα: Ένα για κάθε γκαράζ
Κάποτε τα Enfield ίσως να αποτελούσαν ένα εναλλακτικό δίκυκλο για κάποιον που θα συμπλήρωνε τη συλλογή του μέσα στο γκαράζ. Το νέο Classic, σαφώς αναβαθμισμένο σε σχέση με τα παλαιότερα Bullet, μπορεί να αντεπεξέλθει στις καθημερινές απαιτήσεις, απαιτώντας ελάχιστες παραχωρήσεις, απευθυνόμενο κατά συνέπεια σε μεγαλύτερο εύρος αγοραστών. Η τιμή του στα 5.800 ευρώ το καθιστά μια «τίμια» πρόταση, η οποία μέρα με τη μέρα αποδεικνύει πως αξίζει τα λεφτά της μέχρι και το τελευταίο σεντ.